Το μεσημέρι της προπερασμένης Τετάρτης, ο ουρανός πάνω από τον Πειραιά ήταν γκρίζος από τη βροχή που έπεφτε κατά διαστήματα κι έκανε τους δρόμους να γυαλίζουν. Η πόλη κινούνταν στον γνώριμο γρήγορο ρυθμό της, με τους περαστικούς να τρέχουν βιαστικοί να φτάσουν στον προορισμό τους, τις βαλίτσες που έσερναν οι τουρίστες να σκοντάφτουν στα πεζοδρόμια, τ’ αυτοκίνητα να γεμίζουν τις κεντρικές οδικές αρτηρίες και τα πλοία στο λιμάνι να είναι έτοιμα για αναχώρηση.
Σ’ αυτό το πνεύμα της μετάβασης, βρισκόταν κι ο Νίκος Διαμαντής εκείνη την ημέρα. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά έκλεινε τις τελευταίες λεπτομέρειες του φετινού ρεπερτορίου του Οργανισμού που θα παρουσίαζε λίγες ημέρες αργότερα και κινούνταν μεταξύ συναντήσεων, προβών και ατελείωτων τηλεφωνημάτων.
Μέσα σ’ αυτήν την πυρετώδη προετοιμασία, ξέκλεψε λίγες στιγμές για να βρεθούμε στο εστιατόριο απέναντι από το θέατρο. Η επιλογή του δεν ήταν τυχαία. Το συγκεκριμένο μαγαζί, είναι το στέκι του όταν θέλει να κάνει ένα διάλειμμα από τη δουλειά.
Εκεί, σύχναζε κι ο Μπομπ Γουίλσον, όταν το 2023 βρισκόταν στον Πειραιά για την παράσταση «Τρεις ψηλές γυναίκες» που σκηνοθετούσε στο Δημοτικό Θέατρο. Ενας μόνο, από τους σπουδαίους δημιουργούς, που πέρασαν από το θέατρο, στη δεκαετία όπου βρίσκεται ο Νίκος Διαμαντής στο τιμόνι του.
«Αυτή τη δεκαετία, το Δημοτικό Θέατρο θύμισε με πολύ μεγάλη σαφήνεια το πώς μπορεί να είναι το ελληνικό θέατρο σήμερα. Υπήρξε ένας εναλλακτικός, σαφής και πειστικός πόλος μιας τελείως διαφορετικής προσέγγισης μακριά από φιλίες, λίστες, παρέες και σχέσεις.
Με καθαρό τρόπο, έδωσε φως στα όνειρα πολλών καλλιτεχνών από διαφορετικές γενιές. Αντιμετώπισε από τα μνημόνια και τον κορωνοϊό μέχρι τη σημερινή κρίση, φέρνοντας σπουδαίες παραστάσεις από το “Φάουστ” της Κατερίνας Ευαγγελάτου μέχρι το “Τζένη Τζένη” του Νίκου Καραθάνου, οι οποίες προσείλκυσαν κόσμο και δημιούργησαν έναν καινούργιο πόλο δημιουργίας στο ελληνικό τοπίο του θεάτρου.
Ταυτόχρονα, έδωσε μια θεατρική καθαρά διέξοδο σε ομάδες ατόμων με αναπηρίες, μέσα στις φυλακές, σε μετανάστες και παιδιά μέσω διαφορετικών προγραμμάτων με τη στήριξη του υπουργείου Πολιτισμού, του Δήμου Πειραιά και της Περιφέρειας Αττικής. Από την άλλη, ανοίχτηκε με τρεις σκηνές διαφορετικής θεατρικής θερμοκρασίας και συνομίλησε με όλη τη χώρα με παραδειγματικές παραγωγές σε όλα τα επίπεδα.
Αυτή τη δεκαετία τη χαρακτήρισα σαν του συμμετοχικού ουμανισμού, που ξεκίνησε από τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε έναν τόπο όπου φέρνει κοντά τα όνειρα των άλλων, όπου κι αν αυτά βρίσκονται. Το Δημοτικό Θέατρο άφησε τη φωνή του ν’ ακουστεί. Καταφέραμε έτσι να υπάρξουμε στην κορυφή κι αυτό το θεωρώ μεγάλο επίτευγμα», μου λέει ο Νίκος Διαμαντής ενώ κοιτάει απέναντι το θέατρο που στέκει σταθερό κι επιβλητικό, μέσα στο διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο του Πειραιά.
Βιωματική σχέση
Ενώ ο σερβιτόρος απλώνει στο τραπέζι τα πιάτα που έχουμε παραγγείλει, ο Νίκος Διαμαντής μου μιλάει για τη σύνδεσή του με το Δημοτικό Θέατρο, η οποία ξεπερνάει τον ρόλο του καλλιτεχνικού διευθυντή. Ως Πειραιώτης, μεγάλωσε στην ευρύτερη περιοχή κι έμαθε από παιδί να διαβάζει την πόλη μέσα από τις γειτονιές, τους ανθρώπους, τις αναχωρήσεις και τις επιστροφές τους.
Το θέατρο δεν βρέθηκε απλώς κάποια στιγμή στον επαγγελματικό του δρόμο αλλά υπήρχε ήδη μέσα στον προσωπικό του χάρτη. Ισως αυτή η βιωματική του σχέση να εξηγεί και την επιμονή του να βλέπει το Δημοτικό Θέατρο όχι ως ένα ακόμα εμβληματικό κτίριο αλλά ως ένα ζωντανό κομμάτι της πόλης και της ταυτότητάς της.
«Το Δημοτικό Θέατρο είναι ένας τόπος ο οποίος προσπαθεί μέσα στη λάσπη να βρει το χρυσάφι, να βρει τα διαμάντια, το πολύτιμο όπου κι αν βρίσκεται και δεν σταματάει ποτέ. Είμαι περήφανος γιατί ο ήχος του είναι σήμερα ενός καθαρού πολιτιστικού οργανισμού με σαφή καλλιτεχνική ταυτότητα, ορατή, πειστική, με πάρα πολύ κόσμο και πάρα πολλές δράσεις.
Προφανώς έχουμε μια πολύ συγκεκριμένη δυνατότητα απέναντι στον κρατικό μηχανισμό και τη δημόσια διοίκηση, αλλά η δική μου ευθύνη είναι πώς αυτόν τον μηχανισμό θα τον ξεπεράσουμε και θα τον κάνουμε καλύτερο, δυναμικότερο», επισημαίνει και παίρνει μια ανάσα από τη συζήτηση για να δοκιμάσει το φαγητό. Η μυρωδιά που φτάνει από την ζεστή παστουρμαδόπιτα είναι άκρως δελεαστική και κανείς από τους δυο μας δεν μπορεί να της αντισταθεί.
Νωρίτερα, άλλωστε, ο Νίκος Διαμαντής μού την είχε διαφημίσει ως την σπεσιαλιτέ του μαγαζιού που έπρεπε οπωσδήποτε να δοκιμάσω. Ετσι, όταν την κόβω, παίρνει κι αυτός μια μπουκιά, συνεχίζοντας πλέον τη συζήτησή μας παράλληλα με το φαγητό, σαν μια παράσταση που χτίζεται σιγά-σιγά, πιάτο το πιάτο, ανάμεσα σε γεύσεις, αρώματα και κουβέντες. Στον πυρήνα της βέβαια, εξακολουθεί να βρίσκεται το Δημοτικό Θέατρο και το μέλλον του.
Τα τελευταία χρόνια ο σκηνοθέτης έχει βρεθεί στο επίκεντρο ενός δημόσιου διαλόγου για το πώς θα μπορούσε να οργανωθεί καλύτερα ένας τόσο σημαντικός θεατρικός οργανισμός. Ο δήμαρχος Πειραιά Γιάννης Μώραλης, έχοντας μία καθαρή αναπτυξιακή λογική, είχε αναζητήσει λύσεις που θα στήριζαν ένα σύγχρονο πολιτιστικό οργανισμό, λύσεις που θα στήριζαν τον Πειραιά, την πόλη και το μέλλον.
Ο Νίκος Διαμαντής κατέθεσε στο υπουργείο Πολιτισμού πρόταση για την αναδιάρθρωση του συστήματος των δημοσίων σκηνών, διατηρώντας ζεστή την αναρώτηση για το θεσμικό μοντέλο που θα μπορούσε να υπηρετήσει καλύτερα το θέατρο του αύριο, μέσα από τη δημιουργία ενός θεσμικού δικτύου σε όλη τη χώρα, το οποίο θα αφορά και το επιχορηγούμενο θέατρο, αλλά και τα θεατρολογικά τμήματα, τη σχολή παραστατικών τεχνών, την καλλιτεχνική εκπαίδευση, και ευρύτερους φορείς, συνδέοντας ουσιαστικά και οργανικά καλλιτεχνικές παρεμβάσεις στο σύνολο και όχι αποσπασματικά, με ένα σύστημα ντόμινο.
«Στην πρόταση που αποτύπωσα, τα τρία κεντρικά θέατρα, το Εθνικό, το Κρατικό Βορείου Ελλάδος και το Δημοτικό του Πειραιά, είναι στραμμένα και φωτίζουν διαφορετικές κατευθύνσεις της χώρας κι έχουν ισότιμες σχέσεις με το σύνολο των περιφερειακών θεάτρων. Μπορούν να ανταλλάσσουν παραστάσεις, προσωπικό, θεατρολόγους, δραματουργούς, ηθοποιούς κ.λπ. που ενδεχομένως μένουν άνεργοι και μετακινούνται προς τα εκεί, δημιουργώντας ένα σαφέστατο δίκτυο των εποπτευόμενων θεάτρων από το υπουργείο με τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα και τα επιχορηγούμενα.
Μετασχηματίζοντας το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά σαν ένα μικρό Εθνικό Θέατρο με ορίζοντα τη θάλασσα και με διαφορετικές χρηματοδοτήσεις και συνδέσεις με τα νησιά, τα σχολεία, το ΕΚΠΑ, επιχορηγούμενους φορείς, κοινωνικές δράσεις κ.λπ., ώστε όλο αυτό να δημιουργήσει ένα τελείως διαφορετικό παρεμβατικό σύνολο. Αν αυτό γίνει πραγματικότητα, θεωρώ ότι θα είναι μια σημαντική αναπτυξιακή πρωτοβουλία, αφού το Δημοτικό Θέατρο είναι μια Ferrari τόσο κτιριακά όσο και καλλιτεχνικά», μου λέει με νόημα.
Θέατρο σε θύλακες
Πίσω από τις σκέψεις του διακρίνω έναν ευρύτερο προβληματισμό για το ελληνικό θέατρο. Μου το επιβεβαιώνει αφού ως άνθρωπος που παρακολουθεί από κοντά τις αλλαγές, τις αγωνίες και τις αντιφάσεις της σύγχρονης σκηνής, έχει μια πολύ συγκεκριμένη γνώμη.
«Αυτή τη στιγμή νομίζω ότι αν θέλουμε να μιλήσουμε καθαρά για το ελληνικό θέατρο, βρίσκεται σ’ έναν τεράστιο κατά την άποψή μου προβληματισμό. Δεν θα πω κρίση γιατί αυτό δεν αποκρυσταλλώνεται στον αριθμό των παραστάσεων σε καμία περίπτωση. Αυτή η συνθήκη αποτυπώνεται στις ετεροβαρείς συνθήκες παραγωγής, εργασίας, καλλιτεχνικού αποτελέσματος κι αισθητικής, ανάμεσα σε θύλακες στεγανούς.
Αυτοί οι θύλακες εμποδίζουν το ελληνικό θέατρο να απλωθεί σε όλο το φάσμα, με αποτέλεσμα να αναπαράγονται κλειστά συστήματα, ονόματα, αισθητικές και θεατές. Ενα ολόκληρο σύστημα το οποίο δεν απλώνεται, δεν αιμορραγεί, δεν αιμοδοτεί στην πραγματικότητα το σύνολο
. Ολοι είναι ανεβασμένοι σε κάποιο νησάκι και προσβλέπουν μήπως καταφέρουν να πάνε σ’ αυτούς τους θύλακες τους προστατευμένους για διάφορους λόγους. Αυτό κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να το αντιμετωπίζουν κατά κύριο λόγο οι εποπτευόμενοι οργανισμοί.
Είναι μια τεράστια δυσκολία η αναπαραγωγή ορισμένων στερεοτύπων διαφόρων ειδών. Δημιουργεί ένα καθεστώς ασφυξίας. Αρα, η κρίση του θεάτρου μπορεί μόνο μέσα από μια ριζική αλλαγή οπτικής να αντιμετωπιστεί», υπογραμμίζει.
Οπως η βροχή έχει κόψει και οι περαστικοί ξεμυτίζουν ελεύθερα στον πεζόδρομο μπροστά από την ταβέρνα, ο Νίκος Διαμαντής επιστρέφει συχνά την κουβέντα και στον ίδιο τον θεατή. Σε μια θεατρική αγορά με πολλές επιλογές κι έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό παραστάσεων, στέκεται στην προσοχή που πρέπει το κοινό να δίνει εκεί όπου θα διαθέσει τον χρόνο και την προσοχή του.
«Η άποψή μου είναι πως πρέπει να επιλέξει προσεκτικά πού θα πάει. Να επιλέξει προσεκτικά τις γεμάτες παραστάσεις, το ηχηρό τοπίο, αυτό που από μακριά φαίνεται σαν ένα κόσμημα ψεύτικο. Να αναζητήσει άλλα στοιχεία, τελείως διαφορετικά, ένα βάθος, μια πρωτοτυπία, καινούργιες φωνές κι άλλες, μεγάλες αλλά ισχυρές και πειστικές», συμπληρώνει και κάνει ένα νεύμα ικανοποίησης όταν ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, σπεύδει να μας ρωτήσει για το κατά πόσο μας άρεσε το φαγητό βλέποντας πια τα πιρούνια μας να έχουν κατέβει.
Συνεχίζοντας τη σκέψη του ο σκηνοθέτης για τον δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθήσει το θέατρο για να παραμείνει ζωντανό, τον περνάει μέσα από το ρίσκο, αφού για εκείνον όταν μια σκηνή επαναλαμβάνεται διαρκώς, κινδυνεύει να χάσει την ουσία της.
«Η καλλιτεχνική πράξη πρέπει να ρισκάρει, να ανανεώνεται παντοτινά, να εφευρίσκει τον εαυτό της και ταυτόχρονα, έχει σημασία να μπορεί να πατήσει στο έδαφος. Αν δεν πατήσει εκεί, αν δεν πραγματοποιηθεί, τότε θα μείνει μια σκέψη έωλη. Η καλλιτεχνική πράξη πρέπει να βγάζει γλώσσα και ταυτόχρονα να είναι σε θέση να πείσει μέσα από τα ίδια της τα συστατικά κι όχι από μανιφέστα. Το θέατρο σίγουρα πρέπει να ξεφύγει από τις σταθερές και να δοκιμάζεται συνεχώς. Να φέρνει καινούργια πράγματα αλλά με εντοπισμένο τρόπο, λελογισμένο, πειστικό, να μην απομακρύνει τον κόσμο και να δίνει απαντήσεις που συνομιλούν με το τώρα», μου αναφέρει.
Κάπου εκεί, το τηλέφωνό του άρχισε να χτυπά ξανά και το βλέμμα του επέστρεψε σχεδόν αμέσως στις εκκρεμότητες που τον περίμεναν απέναντι, στο Δημοτικό Θέατρο. Τσιμπάει λίγο από το καρπούζι που έφερε για κλείσιμο ο σερβιτόρος και σηκώνεται για να πάρει τον δρόμο προς το κτίριο αφού με αποχαιρετάει. Χάθηκε μέσα στο γκρίζο σύννεφο του Πειραιά. Το γεύμα είχε τελειώσει αλλά η δική του θεατρική μέρα, μόλις ξανάρχισε.