Το βραβείο Τέρνερ, τo «Οσκαρ των εικαστικών», στα 42 χρόνια ζωής του χαρτογραφεί την αιχμή της σύγχρονης βρετανικής τέχνης. Το θεσμικό «παιδί» της Τέιτ έχει συνδεθεί με την πρόκληση και τις αντιπαραθέσεις, την ανατροπή και τη συνεχή αμφισβήτηση των ορίων της αισθητικής, αφήνοντας ουκ ολίγες φορές τους επισκέπτες προβληματισμένους μπροστά σε έργα που αργοτερα έγιναν εμβληματικά, όπως το άστρωτο κρεβάτι της Τρέισι Εμιν, τα διαμελισμένα μέσα στη φορμόλη ζώα του Ντέμιαν Χερστ ή τα φώτα μιας άδειας αίθουσας που αναβόσβηναν στο έργο του Μάρτιν Κριντ.
Και ενώ έχει τεθεί ανοιχτά το ερώτημα αν το βραβείο Τέρνερ λειτουργεί ως ένας αισθητικός δείκτης εικαστικής πρωτοπορίας ή ως ένα θεσμικό εργαλείο κοινωνικής πολιτικής και δημοσίων σχέσεων, όσοι παρακολουθούν την εξέλιξή του εκτιμούν ότι παραμένει πιστό στον απείθαρχό του χαρακτήρα. Το στίγμα, μάλιστα, της φετινής διοργάνωσης στο Ινστιτούτο Μοντέρνας Τέχνης του Μίντλεσμπρο (MIMA), όπου θα ανακοινωθεί στις 10 Δεκεμβρίου ο νικητής, εστιάζει στην επιστροφή στην ύλη σε συνδυασμό με μια βαθιά υπαρξιακή και πολιτική φόρτιση. Είναι η πρώτη φορά που το βραβείο φιλοξενείται στο Μίντλεσμπρο και η πρώτη μέσα σε πανεπιστημιακό χώρο, αφού το MIMA ανήκει στο Πανεπιστήμιο Τίσαϊντ.
Οταν το Μίντλεσμπρο ανακοινώθηκε ως ο φετινός σταθμός της έκθεσης – μετά το Μπράντφορντ πέρυσι – οι διοργανωτές μίλησαν για μια ευκαιρία για προσέγγιση του ευρύτερου κοινού και για διάλογο με την τοπική κοινότητα. Η εικόνα, ωστόσο, της εικαστικής ελίτ του Λονδίνου που μετακομίζει προσωρινά στην περιφέρεια προκαλεί εύλογα και κάποια δυσπιστία.
Μόνο που η πραγματικότητα έχει την κακή συνήθεια να εισβάλλει απρόσκλητη στο σενάριο. Πέντε εβδομάδες πριν από τα εγκαίνια στο ΜΙΜΑ, όπως σημειώνει εύστοχα η βρετανική εφημερίδα «Times», το Μίντλεσμπρο δεν πρωταγωνιστούσε στις πολιτιστικές σελίδες των εφημερίδων, αλλά σε εκείνες του αστυνομικού δελτίου: μια καταδίωξη κατέληξε σε σύγκρουση όπου σκοτώθηκαν δύο αστυνομικοί εν ώρα υπηρεσίας και πέντε νεαροί, με τις Αρχές να διερευνούν τη σχέση των τελευταίων με το οργανωμένο έγκλημα.
Πλανάται έτσι το ερώτημα αν η προσωρινή μεταφορά ενός αμφιλεγόμενου, αλλά σαφώς προβεβλημένου θεσμού σε μια οικονομικά και κοινωνικά δοκιμαζόμενη πόλη του βρετανικού Βορρά αποτελεί μια πράξη ουσιαστικής πολιτιστικής πολιτικής ή απλώς μια επιδερμική θεσμική χειρονομία που δυσκολεύεται να συνομιλήσει με την τοπική πραγματικότητα.
Μπορούν να δώσουν την απάντηση οι φετινοί υποψήφιοι, που κατάφεραν να εξασφαλίσουν μία από τις τέσσερις θέσεις της βραχείας λίστας με τον νικητή να εισπράττει 25.000 στερλίνες και οι υπόλοιποι τρεις από 10.000; Η πρώτη παρατήρηση που μπορεί να κάνει ο επισκέπτης της έκθεσης που φιλοξενεί τα έργα των Σίμεον Μπάρκλεϊ, Κίρα Φρέιτζι, Μαργκερίτ Ιμό και Τανόα Σάσρακου είναι η επιστροφή στη γλυπτική φόρμα και τη σωματικοτητα. Ωστόσο, η εσωτερική διαμάχη ανάμεσα στην αυθεντική αισθητική συγκίνηση και τον διδακτικό ακτιβισμό παραμένει ζωντανή.
ΑΚΤΙΒΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ
Για να εκτιμηθεί το φετινό μείγμα, χρειάζεται μια ματιά στις διακυμάνσεις της τελευταίας πενταετίας, όπου ο θεσμός πέρασε μια περίοδο αναζήτησης ταυτότητας: από τη νικήτρια του 2021, την ακτιβιστική κολεκτίβα Ερέι από το Μπέλφαστ, και τη γλύπτρια Βερόνικα Ράιαν το 2022, έως την εύθραυστη εγκατάσταση από βιομηχανικά κιγκλιδώματα και λυγισμένους σωλήνες της Τζέσι Ντάρλινγκ το 2023, που αποτύπωνε τη συστημική κατάρρευση στη μετα-Brexit Βρετανία.
Και από την πολιτικοποιημένη εγκατάσταση της Τζασλίν Κάουρ το 2024, γύρω από την αποικιοκρατική μνήμη και την ταυτότητα της σιχ κοινότητας στη Σκωτία, έως την περυσινή νικήτρια Νένα Κάλου, την πρώτη με μαθησιακές δυσκολίες, με τα αφηρημένα γλυπτά της από περιτυλίγματα υλικών, ο θεσμός ταλαντευόταν ανάμεσα στην «τέχνη ως ακτιβισμό» και την «τέχνη ως αισθητική φόρμα».
Η φετινή διοργάνωση δείχνει ότι το βραβείο δεν αρνείται τις κοινωνιολογικές θεματικές – οι τέσσερις καλλιτέχνες μιλούν για την κοινωνική τάξη, την ανδρική ταυτότητα, την οικολογία, την εξουσία και τη φυλή – αλλά το έργο υποστηρίζεται ξανά από την ίδια την ύλη.
Το Βραβείο Τέρνερ 2026 στο Μίντλεσμπρο θα λέγαμε ότι λειτουργεί ως ένας καθρέφτης της σύγχρονης βρετανικής πολιτισμικής πραγματικότητας. Και υποδεικνύει ότι όταν ο λόγος και το μήνυμα προηγούνται της ύλης, όπως θα μπορούσε να συμβεί στον Μπάρκλεϊ, η τέχνη κινδυνεύει να χάσει την εικαστική της αυτονομία. Αντίθετα, όταν η ύλη φέρει η ίδια το νόημα – το μέταλλο και η σιωπή της Φρέιτζι, το κερί και το γυαλί της Ιμό, το αργό πετρέλαιο και οι γαίες της Σάσρακου –, η αμιγώς εικαστική φόρμα μπορεί να αφήσει ένα εξίσου βαθύ πολιτικό αποτύπωμα.