Μάριο Μαρτόνε στα «ΝΕΑ»: «Ορισμένες φορές μια φυλακή λειτουργεί απελευθερωτικά»

Συγγραφέας, ηθοποιός, διανοούμενη και κατεξοχήν ελεύθερο πνεύμα, η Γκολιάρντα Σαπιέντσα, μπορεί μεν να μην είναι ένα όνομα πολύ γνωστό στην Ελλάδα, όμως στην πατρίδα της την Ιταλία, θεωρείται μία από τις σημαντικότερες και πιο ριζοσπαστικές φωνές της ιταλικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Παρότι το έργο της υπήρξε βαθιά πρωτοποριακό, η αναγνώρισή της ήρθε ουσιαστικά μετά τον θάνατό της, με την έκδοση του μεγάλου της μυθιστορήματος «Η τέχνη της χαράς» (L’ arte della gioia), για τη συγγραφή του οποίου αφιέρωσε σχεδόν δέκα χρόνια από τη ζωή της.

«Η ζωή της Γκολιάρντα, αν και στενάχωρη, έχει πραγματικά πολύ ενδιαφέρον» είπε στα «ΝΕΑ» ο ιταλός σκηνοθέτης Μάριο Μαρτόνε στο περσινό φεστιβάλ των Καννών όπου η ταινία «Γυναίκες έξω» (Fuori) που αφορά ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής της συγγραφέα, έκανε παγκόσμια πρεμιέρα (εντός διαγωνιστικού τμήματος χωρίς όμως να κερδίσει κάποιο βραβείο). «Η ζωή της Γκολιάρντα Σαπιέντζα ήταν πολύ σκληρή, πολύ δύσκολη  ζωή και όταν αποφάσισε να γράψει για αυτή, το εγχείρημα αποδείχθηκε ακόμα δυσκολότερο» συνέχισε ο σκηνοθέτης. «Ολοι το κατάλαβαιναν αυτό όταν τα βιβλια της χάρηκαν – επιτέλους – δημοσιότητας, αφού όμως η ίδια είχε πεθάνει».

Με τη Βαλέρια Γκολίνο σε μια πραγματικά μεγάλη υποκριτική στιγμή που δυστυχώς αγνοήθηκε στα βραβεία, η ταινία «Γυναίκες έξω» εστιάζει σε μια καθοριστική στιγμή της ζωής της Γκολιάρντα Σαπιέντσα: τη σύντομη φυλάκισή της το 1980, έπειτα από αυτό που η ίδια χαρακτήρισε «πρόκληση»: την κλοπή κάποιων κοσμημάτων από μια φίλη της. Εξαντλημένη από τις συνεχείς απορρίψεις των εκδοτών, σε δεινή οικονομική κατάσταση και βαθιά απογοητευμένη από ένα πνευματικό περιβάλλον ανίκανο να δεχτεί την ακραία ελευθερία της γραφής της, η Σαπιέντσα κατέληξε στη φυλακή Ρεμπίμπια της Ρώμης.

«Στην «Τέχνη της χαράς» που είναι το δεύτερο βιβλίο της όμως, το οποίο ήταν βασισμένο στις εμπειρίες της από τη στιγμή που αποφυλακίστηκε με άξονα τη σχέση της με μια συγκρατούμενή της, τη Ρομπέρτα, το ταλέντο της Γκολιάρντα φάνηκε ακόμα περισσότερο» είπε ο Μαρτόνε. «Βρήκα αυτό το βιβλίο πολύ όμορφο και η σχέση των δύο γυναικών που βρισκόταν στον πυρήνα του ήταν για μας μια καλή αφετηρία για τη δημιουργία του δικού μας σεναρίου και της ταινίας μας (τη νεότερη φίλη της Γκολιάρντα Σαπέντζα υποδύεται η ανερχόμενη ηθοποιός Ματίλντα Ντε Αντζέλις). Διότι η ζωή της Σαπιέντζα στη φυλακή και η προκατάληψη που ένιωσε από τις άλλες συγκρατούμενές της άλλαξαν ριζικά τον χαρακτήρα της επηρεάζοντάς την καταλυτικά για τις αποφάσεις που έπρεπε να πάρει όταν αποφυλακίστηκε και βγήκε ξανά στον έξω κόσμο».

Γεννημένος τον Νοέμβριο του 1959 στη Νάπολη της Καμπανίας, ο Μάριο Μαρτόνε, κατά μία έννοια, υπήρξε προπομπός μιας ολόκληρης γενιάς σημαντικών ιταλών σκηνοθετών ανάμεσα στους οποίους ο Πάολο Σορεντίνο, ο Πιέτρο Μαρτσέλο και ο Ματέο Γκαρόνε. Ο Μαρτόνε που ανήκει στους πιο χαμηλότονους αλλά εκλεκτούς σκηνοθέτες και συγγραφείς της γενιάς του, έγινε γνωστός στο arthouse κοινό πριν από ακριβώς τριάντα χρόνια με την ταινία «Βάναυση αγάπη» (L’ amore molesto» (1995). Εκεί παρακολουθούμε μια γυναίκα να έρχεται αντιμέτωπη με γεγονότα του παρελθόντος της ενώ προσπαθεί να ανακαλύψει την αλήθεια γύρω από τη ζωή της μητέρας της και έναν «μυστηριώδη άντρα» ο οποίος πολύ πιθανό να έπαιξε ρόλο στον θάνατό της.

Ρώμη και Νάπολι

Αν και σκηνικός χώρος της ταινίας «Γυναίκες έξω» είναι η Ρώμη της δεκαετίας του 1980, η σχέση του Μαρτόνε με τη γενέτειρά του τη Νάπολι παραμένει πολύ έντονη. Στη Νάπολι τοποθετείται και η τελευταία ταινία του που έχουμε δει στην Ελλάδα, η «Νοσταλγία» (2022): εκεί, ο Πιερφρανσέσκο Φαβίνο υποδύεται τον Φελίτσε, έναν άντρα που ύστερα από 40 χρόνια απουσίας, αποφασίζει να επιστρέψει στην πόλη του, τη Νάπολι όπου ανακαλύπτει εκ νέου μέρη που ήδη γνώριζε και νιώθει ότι βρίσκεται παγιδευμένος και πάλι στους κώδικες της πόλης που λόγω του παρελθόντος του την είχε εγκαταλείψει πίσω του. «Νομίζω ότι με αυτήν την ταινία ήθελα να εναποθέσω έναν φόρο τιμής στην πόλη μου την οποία αγαπώ πάρα πολύ, διότι παρά τις αλλαγές που προέκυψαν στην πάροδο των χρόνων διαμορφώνοντας και εκείνη και εμένα, ο νόστος παραμένει πολύ ισχυρό συναίσθημα» είπε ο Μαρτόνε.

Ο Μαρτόνε ξεκαθάρισε ότι δεν είχε ποτέ την πρόθεση να γυρίσει μια κλασική βιογραφική ταινία για την Γκολιάρντα Σαπιέντζα. «Μαζί με την (συν σεναριογράφο) Ιπόλιτα Ντι Μάτζο αντιμετωπίσαμε το όλο σχέδιο ως τη δημιουργία του πορτρέτου μιας γυναίκας» είπε, «το πορτρέτο μιας αληθινής συγγραφέα, ενός αληθινού προσώπου, αλλά με στοιχεία μυθοπλασίας και σε έναν θα τον αποκαλούσα «παγωμένο» χρόνο. Είναι μια ταινία περισσότερο ατμόσφαιρας αλλά σε συνθήκες κανονικής ζωής. Βρήκα ενδιαφέρον που αντιμέτωπη με την καθημερινότητα της φυλακής, η Σαπιέντζα προσέγγισε την εμπειρία με την ανάγκη της μαρτυρίας. Ισως ορισμένες φορές μια φυλακή να λειτουργεί απελευθερωτικά. Στα μάτια μιας διανοούμενης που τότε πια γύρω στα πενήντα, η φυλακή φάνηκε αμέσως ως καθρέφτης των κοινωνικών ανισοτήτων και αδικιών – αλλά και ως ένας χώρος όπου, με την κατάργηση των ταξικών διαχωρισμών, μπορούσαν να γεννηθούν η αλληλεγγύη, η φιλία και οι αυθεντικές ανθρώπινες σχέσεις».