Κυριάκος Πιερρακάκης: Ευρωπαϊκή εποπτεία τραπεζών στα πρότυπα του gov.gr

«Ενας από τους βασικούς λόγους της επιτυχίας του gov.gr ήταν ότι συνέδεσε μέχρι πρότινος απομονωμένα μητρώα σε ένα ενιαίο ψηφιακό οικοσύστημα. Η τραπεζική εποπτεία θα πρέπει να ακολουθήσει την ίδια λογική», δήλωσε ο πρόεδρος του Eurogroup και υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο newsletter της ΕΚΤ για την εποπτεία των τραπεζών (ECB Supervision Newsletter). Οπως είπε, η διαλειτουργικότητα των συστημάτων είναι θεμελιώδους σημασίας για τις εποπτικές δομές, ώστε να αποφεύγεται ο κατακερματισμός της πληροφορίας. «Οι τράπεζες δεν θα πρέπει να υποχρεώνονται να υποβάλλουν επανειλημμένα τις ίδιες πληροφορίες σε διαφορετικές εποπτικές Αρχές και σε διαφορετικές μορφές», εξήγησε.

Στη συνέντευξή του, ο Κυριάκος Πιερρακάκης ανέδειξε τρεις βασικές προϋποθέσεις για να εξασφαλιστεί η επιτυχία της Ενωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων της ΕΕ, για την οποία είπε ότι  «δημιουργεί το πλαίσιο για την κινητοποίηση των άφθονων ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων». «Η Ευρώπη δεν στερείται ταλέντου, ούτε φιλοδοξίας. Και, ασφαλώς, δεν στερείται αποταμιεύσεων. Αυτό που μας έλειπε ήταν η δυνατότητα να συνδέσουμε αυτές τις αποταμιεύσεις με τις επενδυτικές ευκαιρίες που θα διαμορφώσουν το επόμενο κεφάλαιο της ευρωπαϊκής ανάπτυξης», πρόσθεσε.

Οπως ανέφερε, η πρώτη στρατηγική προτεραιότητα είναι η ουσιαστική κατάργηση των ευρωπαϊκών συνόρων σε ό,τι αφορά την τραπεζική δραστηριότητα. «Πρέπει η διασυνοριακή τραπεζική δραστηριότητα να γίνει ο κανόνας και όχι η εξαίρεση», δήλωσε χαρακτηριστικά και αναρωτήθηκε αν «μπορεί η Ευρώπη να χρηματοδοτήσει το μέλλον της, εάν η τραπεζική της αγορά εξακολουθεί να παραμένει διαιρεμένη από εθνικά σύνορα». «Μια ενοποιημένη τραπεζική αγορά δεν αποτελεί αυτοσκοπό – είναι το μέσο που επιτρέπει στα κεφάλαια να κατευθύνονται προς τις πιο παραγωγικές επενδυτικές ευκαιρίες σε ολόκληρη την Ευρώπη», είπε ο έλληνας υπουργός.

Τόνισε ότι η πραγματοποίηση μεγάλων επενδύσεων απαιτεί κλίμακα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι χρειάζονται συγχωνεύσεις τραπεζών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε η Ευρώπη να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και την Κίνα. «Οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες της ζώνης του ευρώ έχουν, συνολικά, μέγεθος αντίστοιχο με εκείνο των μεγαλύτερων τραπεζών του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιαπωνίας, παρότι εξυπηρετούν μια πολύ μεγαλύτερη αγορά, ενώ εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των μεγαλύτερων τραπεζών των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας», εξήγησε.

Δεύτερη προτεραιότητα είναι η προσαρμογή του κανονιστικού πλαισίου, ώστε να ενισχύονται η ανθεκτικότητα και η ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα. Σε ό,τι αφορά την ανθεκτικότητα των τραπεζών, έκανε ειδική αναφορά στις προκλήσεις που φέρνει η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. «Το ζητούμενο δεν είναι μόνο πώς οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα διαχειριστούν τους λειτουργικούς κινδύνους και τα ζητήματα κυβερνοασφάλειας που συνδέονται με ολοένα και πιο ισχυρά εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, όπως το Mythos. Το σημαντικότερο είναι αν θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές τους. Η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να μείνει πίσω σε κανένα από αυτά τα δύο μέτωπα».

Ως τρίτη κεντρική προτεραιότητα ανέδειξε την απλούστευση του εποπτικού συστήματος. «Η πολυπλοκότητα δεν πρέπει να μετατρέπεται σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Μειώνοντας τις περιττές διοικητικές επιβαρύνσεις και καθιστώντας πιο συνεκτικό το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας και εξυγίανσης, μπορούμε να επιτρέψουμε στις τράπεζες να επικεντρωθούν σε αυτό που γνωρίζουν να κάνουν καλύτερα: να χρηματοδοτούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αντί να αναλώνονται στη διαχείριση περιττής κανονιστικής πολυπλοκότητας», δήλωσε.

Επισήμανε, ωστόσο, ότι αυτό δεν θα πρέπει να σημαίνει χαλάρωση των προτύπων, αλλά «να διασφαλίσουμε ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα μπορούν να ανταγωνίζονται αποτελεσματικά, διατηρώντας ταυτόχρονα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα». Μάλιστα, ανέδειξε τη συνετή χρηματοδότηση ως βάση της ανθεκτικότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και ως το σημαντικότερο δίδαγμα από την κρίση. «Η πιστωτική πειθαρχία είναι, μάλιστα, ακόμη σημαντικότερη σε περιόδους ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, όταν ο πειρασμός να χαλαρώσουν τα κριτήρια χορήγησης δανείων είναι μεγαλύτερος», είπε.