Κι αν είναι Ιστορία, έχει τη μέθοδό της

Το να παρουσιάζεις έναν συλλογικό τόμο όπου περιλαμβάνεται και μία δική σου συνέντευξη με το πρόσωπο αναφοράς δεν σε διαφυλάσσει μάλλον από τα προσχήματα. Αλλά εδώ ο λόγος είναι σοβαρός και το περιεχόμενο προσφέρει από μόνο του τον ισχυρότερο αντίλογο. Στο «Πάντα εκ των υστέρων», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι, οι αναγνώστες έχουν τη δυνατότητα να «περιηγηθούν» τις ιδέες του κορυφαίου μας ιστορικού Βασίλη Παναγιωτόπουλου για την Ιστορία και την ιστοριογραφία (αξεδιάλυτες τις θέλει μεταξύ τους), για την εξέλιξή τους μέσα στα χρόνια και το αποτύπωμα που αφήνει η έρευνα στις μέρες μας. Ολα αυτά μέσα από περίπου 25 συνομιλίες, με εκκίνηση την εποχή της Μεταπολίτευσης και «κορύφωση» το επετειακό έτος 2021, απ’ όπου προέρχονται οι περισσότερες συνεντεύξεις.

Τις σταθερές στις οποίες πιστεύει ο Β. Παναγιωτόπουλος δεν είναι δύσκολο να τις διακρίνει κανείς (ή, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι δύσκολο όταν δεν πάσχει από ιδεολογικές αγκυλώσεις). Εχοντας «γαλουχηθεί» στην περίφημη Σχολή των Annales επιμένει στην ανάλυση της ιστορικής δημογραφίας, της ιστορίας των συνειδήσεων και των συμπεριφορών, την οικονομική ιστορία και φυσικά την κουλτούρα (αυτό που αργότερα θα ονομαστεί πολιτισμικές σπουδές). Να τι γράφει ήδη το 1977 απαντώντας στην έρευνα των «ΝΕΩΝ» και του Γιώργου Γάτου με τίτλο «Η ιστορία μας. Μήπως πρέπει να την ξαναγράψουμε;»: «Μέσα στην πληθώρα των μελετών για το προεπαναστατικό εμπορικό Ναυτικό, οι μελέτες οικονομικής Ιστορίας είναι ελάχιστες… Ετσι, τριών αιώνων οικονομική δραστηριότητα των Ελλήνων, η σημαντικότερη μετά τη γεωργία, δεν έχει αποκτήσει ακόμη την Ιστορία της!».

Μαζί με τον Σπύρο Ασδραχά και τον Φίλιππο Ηλιού ο Β. Παναγιωτόπουλος προέρχεται από την ακμή της γαλλικής Νέας Ιστορίας. Τον Σεπτέμβριο του 1983, άλλωστε, η «τριανδρία» θα ιδρύσει το περιοδικό «Ιστορικά» ανανεώνοντας την προσφορά της προηγούμενης γενιάς, στην οποία πρυτάνευε ο Νίκος Σβορώνος. Μαζί με τους συνεργάτες τους επέκτειναν και εμβάθυναν τη θεματολογία αλλά και τον τρόπο της ελληνικής ιστορικής έρευνας, ενσωματώνοντας μεταπολεμικές ευρωπαϊκές θεωρήσεις. Σε ανοιχτό διάλογο με τη μαρξιστική θεωρία έστρεψαν τις ιστορικές σπουδές και προς γειτονικές επιστήμες καλλιεργώντας τη διεπιστημονικότητα – θέση την οποία ο αναγνώστης θα εντοπίσει πολύ συχνά μέσα στον τόμο. Αλλά και μία ακόμη θέση. Την πίστη στη λεγόμενη «ιστορία – πρόβλημα». Σε αυτή που δεν απαιτεί μόνο καλή μελέτη ενός ζητήματος, αλλά γεννά νέες αναζητήσεις και απορίες. «Στον βαθμό που θεωρώ αντικείμενο της Ιστορίας την κοινωνία, η μέθοδός μου έγκειται στο να ανακαλύψω όσο γίνεται περισσότερα στοιχεία που να μου δίνουν καλύτερη εικόνα αυτής της κοινωνίας…» (από τη συζήτηση με τη Μαρία Στρατηγάκη για το περιοδικό «Η Αριστερά σήμερα», 1985).

Οπως φαίνεται μέσα από τις συνεντεύξεις και τα κείμενά του που περιέχονται στον τόμο, για τον Β. Παναγιωτόπουλο η Ιστορία υπόκειται σε ιδεολογικούς περιορισμούς, ως προϊόν του παρόντος, ενώ φαίνεται να έχει σχέση με το παρελθόν. «Στην πράξη, η Ιστορία είναι προϊόν του παρόντος. Δηλαδή εμείς την παράγουμε. Σκεφτείτε ότι η μεταμοντέρνα θεώρηση έφτασε να την καταργήσει υποστηρίζοντας –  το ακούμε και στην Ελλάδα αυτό – ότι υπάρχει μόνο ιστοριογραφία. Αυτή είναι η έννοια των αφηγήσεων: δεν υπάρχει παρελθόν, αλλά όσα κατά καιρούς αισθάνονται οι άνθρωποι για το παρελθόν» έλεγε στον υπογράφοντα («ΤΑ ΝΕΑ», 5/12/2020). Ο ιστορικός που επέλεξε προσωπικά τις συνεντεύξεις του συλλογικού τόμου δεν έπαψε ποτέ να είναι ένας μπρωντελιανός, ένας ιστορικός των μεγάλων ροπών. «Ημασταν και συμβατικοί και μοντέρνοι. Και νομίζω ότι γι’ αυτό δεν τρόμαξαν οι παραδοσιακοί ιστορικοί: ένιωθαν ότι σεβόμασταν την “ύλη”. Οι ιστορικές λεπτομέρειες ήταν για εμάς πληροφορία. Η μικροϊστορία, για παράδειγμα, ήταν κοινός τόπος. Από το πρωί ως το βράδυ μικροϊστορία κάναμε. Δεν ήταν μια ετικέτα που ανακαλύψαμε στην πορεία».

Εν αρχή, λοιπόν, είναι οι πηγές. Αλλά και ο ενημερωμένος ιστορικός που ξέρει πώς να εκμαιεύσει τα συμπεράσματα. Γιατί κατά τ’ άλλα όλοι τις ίδιες πηγές χρησιμοποιούν, αλλά φτάνουν σε διαφορετικές παρανοήσεις. «Η ερμηνεία είναι μια ενσωματωμένη όψη της ίδιας της επιστημονικής πράξης. Δεν υπάρχει αυτοτελής ερμηνεία… δεν υπάρχει αυτοτελής φάση συγκέντρωσης των πληροφοριών και μετά φάση ερμηνείας. Οι πληροφορίες και η ερμηνεία είναι ένα μεγάλο παιχνίδι συνάφειας και συναναστροφής» (για την καλαματιανή εφημερίδα «Ελευθερία», 2005). Και παρακάτω: «Ιστορία χωρίς γεγονότα, δηλαδή χωρίς διάταξη της ύλης της μέσα στον χρόνο, δεν υπάρχει. Η Ιστορία είναι η επιστήμη των σχέσεων του ανθρώπου με τον χρόνο… Είναι ένας χρόνος σηματοδοτημένος με πράξεις, έργα και υλικές πραγματικότητες, ακόμα και με στοιχεία της φύσης… Δεν νοείται Ιστορία χωρίς σκελετό συμβάντων, προσώπων, ιδεών, πράξεων, μαχών κ.λπ. Ολα αυτά χρονολογημένα. Η δική μας σχολή θέλει να είναι χρονολογημένα τα πάντα με όσο γίνεται μεγαλύτερη ακρίβεια».

Η πολιτισμική αξία της

Μένει ακόμη ένας βασικός άξονας μέσα στο βιβλίο: η πίστη στην πολιτισμική αξία της ιστορίας, ότι δηλαδή είναι πολιτισμικό και πολιτικό αίτημα. Από εδώ ξεκινάει και η ανάγκη να την προσεγγίσει κανείς αλλά όσο το δυνατόν αποδεσμευμένος από τις ιδεολογικές χειραγωγήσεις, που υπήρξαν η μεγάλη ασθένεια της ελληνικής ιστορικής παραγωγής. Η τελευταία ήταν ιδεολογικά καθορισμένη είτε από την εθνικιστική προσέγγιση, κυρίαρχη ως επί το πλείστον, είτε από τον αντίλογο της μαρξιστικής προσέγγισης, που και αυτή είχε τις χειραγωγήσεις της.

Εν πολλοίς ισχύει για τον Β. Παναγιωτόπουλο αυτό που ο Δημήτρης Αρβανιτάκης, από τη γραμματεία σύνταξης των «Ιστορικών», έγραφε το 2007 για τον Φίλιππο Ηλιού («ΤΑ ΝΕΑ», 20 Οκτωβρίου): «Απαντούσε για ακόμη μια φορά στο ανησυχαστικό ερώτημα του “τι είναι η ιστορία”:… Ο πολίτης και η αυτοσυνειδησία του, μέσω της γνώσης της Ιστορίας και, ταυτόχρονα, ή, κυρίως, ως αίτημα αποκρυπτογράφησης του αντικειμενικού, των τρόπων λειτουργίας των κοινωνικών μηχανισμών. Και επίσης ως αίτημα αυτογνωσίας… Ποιος είναι εκείνος ο διάμεσος δύσκολος τόπος, στον οποίο στέκει ο ιστορικός και πώς μέσω του εαυτού του φέρνει σε επικοινωνία το αντικείμενό του και την περιβάλλουσα εκείνον ατμόσφαιρα. Ο λόγος δηλαδή για τη δύσκολη συμπλοκή του υποκειμενικού με το αντικειμενικό, που νοηματοδοτείται ακριβώς από τη συναίσθηση της ευθύνης του ίδιου του δρώντος υποκειμένου· από τη συναίσθηση ότι η ιστορία δεν είναι ένα “ξέφραγο αμπέλι” … αλλά ένας χώρος που έχει μέθοδο, εργαλεία, όρια».