Ιάκωβος Καμπανέλλης στα «ΝΕΑ»: «Χρωστάω πολλά στην έπαρσή μου»

Η συνέντευξη του Γιώργου Σαρηγιάννη, θεατρικού κριτικού των «ΝΕΩΝ», με τον κορυφαίο θεατρικό συγγραφέα φιλοξενήθηκε στο ένθετο των «Προσώπων», στο τελευταίο φύλλο των «ΝΕΩΝ» για το 1999, εν αναμονή του περίφημου Millennium. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έκανε αναδρομή στη ζωή του και τη συγγραφική – καλλιτεχνική του διαδρομή και εξέφραζε σκέψεις για το νεοελληνικό θέατρο.

«Είχα οκτώ αδέλφια. Αλλά όσο κι αν ήμασταν μια πολύ δεμένη οικογένεια, εγώ νομίζω πως είχα μια ανεξαρτησία. Από παιδί. Και ήμουν ένα παιδί που του άρεσε πολύ να παίζει. Ηταν αυτοσχεδιασμοί τα παιχνίδια αυτά. Στη θάλασσα, στα βουνά, στους λόφους, μες στα χωράφια που περιέβαλλαν την πόλη – στη Νάξο – η οποία βέβαια ήταν τελείως διαφορετική απ’ ό,τι είναι τώρα. Παιχνίδια με πολλή φαντασία. Που κάποια τα έχω βάλει σε έργα μου. Και που διαμόρφωσαν και την όλη μου ψυχοσύνθεση. Παίζαμε με τα φυσικά φαινόμενα. Οταν φύσαγε πολύ, ο αέρας για μας γινόταν παιχνίδι. Οταν είχε φουρτούνα πάλι, την εκμεταλλευόμασταν για να παίξουμε. Οταν είχε τελείως γαλήνη, πάλι ήταν παιχνίδι, γιατί αυτό μας άφηνε να μπούμε μέσα στη θάλασσα, είτε ήταν χειμώνας είτε καλοκαίρι, και να ψάχνουμε τον βυθό.

Γεγονότα, μεγάλα, ήταν οι θρησκευτικές γιορτές. Οι ολονυχτίες που γινόντουσαν στις εκκλησίες, η Μεγάλη Βδομάδα κυρίως… Μου άρεσε πάρα πολύ η ατμόσφαιρα της εκκλησίας. Κουβαλώ ακόμη μία συγκίνηση και μία αγάπη για την ατμόσφαιρα αυτή και μία λατρεία για τα εκκλησιαστικά κείμενα. Αυτά όλα είναι περιουσία, κεκτημένη, στα παιδικά μου χρόνια. Βέβαια, στη Νάξο έμεινα μέχρι δώδεκα χρονών. Αλλά αυτό αρκούσε».

«Αργησα να παιχτώ. Η υποδοχή για το “Χορός πάνω στα στάχυα”, σε γενικές γραμμές, ήταν πολύ ευοίωνη. Ο Σπύρος ο Μελάς, μάλιστα, στο περιοδικό του, την “Ελληνική Δημιουργία”, δημοσίευσε ολόκληρη την πρώτη πράξη με το σχόλιο “Χαιρετίζω την ανατολή ενός μεγάλου δραματικού ταλέντου”.

Και, πριν από αυτό, υπάρχει η στάση του Αγγελου Τερζάκη, που ήταν εισηγητής δραματολογίου στο Εθνικό. Οταν είχα υποβάλει το ίδιο έργο στο Εθνικό, μου είχε πει “δεν εγγυώμαι ότι θα εγκριθεί, αλλά εγώ θα το εισηγηθώ”. Οντως δεν εγκρίθηκε, αλλά εγώ συνέχισα να υποβάλλω στο Εθνικό έργα. Και έργα όπως το “Οδυσσέα γύρισε σπίτι”, “Ο μπαμπάς ο πόλεμος”, σε μια πρώτη μορφή την “Ηλικία της νύχτας”… Τη μια μέρα μού απέρριπταν το ένα έργο, την άλλη μέρα εγώ άρχιζα να γράφω καινούργιο… Δεν έχανα το θάρρος μου. Ούτε την έπαρσή μου. Χρωστάω πάρα πολλά στην έπαρσή μου. Δεν είμαι, τόσο σεμνός όσο νομίζουν…

Πολλοί μου έλεγαν να γράψω μια κωμωδία, για κάποιον από τους εμπορικούς θιάσους. Αλλά εγώ αρνιόμουν. Μου ήταν αδιανόητο. Στόχος μου ήταν μόνο το Εθνικό Θέατρο, διότι το “Θέατρο Τέχνης”, από το ’50 ως το ’54, είχε διακόψει. Η έπαρση αυτή με έσωσε. Ισως, ο μόνος συμβιβασμός που έκανα ήταν η διασκευή του “Αρχισιδηρουργού”, για τον Κώστα Μουσούρη. Αλλά, αφενός υπήρχε τότε ένα σοβαρό οικονομικό πρόβλημα, αφετέρου μου έλεγαν “διασκευή ψάχνεις, σοβαρό είναι το θέατρο Μουσούρη”… Κι έτσι το έκανα».

«Δεν πίστεψα στην καθαρά ρεαλιστική, τη νατουραλιστική γλώσσα. Η γλώσσα του θεάτρου είναι ψυχική γλώσσα. Οπως κάθε χαρακτήρας του έργου είναι το απόσταγμα ενός προτύπου, έτσι απόσταγμα είναι και η γλώσσα. Και μια γλώσσα, ψυχική, μοιραίο είναι να έχει ένα πάθος, μια ποίηση… Χωρίς βέβαια να λογοτεχνίζει. Μου λένε κάποιοι ότι η γλώσσα μου είναι πολύ ποιητική. Εγώ πιστεύω ότι είναι μόνο απλή και αφαιρετική. Και προκύπτει από την ποιότητα των σχέσεων των χαρακτήρων. Αν έχεις ασήμαντους χαρακτήρες με ασήμαντες σχέσεις, θα ‘ναι ασήμαντα και αυτά που λένε».

«Αλλα πράγματα έχω κάνει για λόγους επιβίωσης. Ειδικά στη δεκαετία του ’50. Τότε γύρισα κάποιες σαχλοταινίες. Αλλά φτάνεις στο σημείο που λες “ή το κάνω αυτό ή μου κάνουν έξωση”. Δεν θέλω, όμως, να απολογούμαι. Αυτό έχει συμβεί σε όλους. Μου έλεγε ο Ντασέν, πως ακόμη και ο Μπρεχτ, όταν ήταν στην Αμερική, αλλά και άλλοι σημαντικότατοι, αναγκάζονταν να δουλεύουν με τη βδομάδα, σαν σεναριογράφοι, στο Χόλιγουντ. Και ότι υπάρχουν σαχλοσενάρια, γραμμένα από πολύ μεγάλα ονόματα».

«Είμαι ολιγαρκής. Είναι ένα στοιχείο αυτοπροστασίας, γι’ αυτό το λέω. Η αλήθεια είναι ότι είχα πολλές πιέσεις από διάφορους εκδότες. Το “Μαουτχάουζεν” ίσως και να μην το είχα γράψει, αν δεν ήταν ένα βίωμα που ήθελα να το βγάλω από πάνω μου. Πρωτογράφτηκε το ’45 – ’46, άτσαλα. Ενας όγκος χειρογράφων, αλλά πολύ ζεστός και φρέσκος. Ουσιαστικά, όμως, γράφτηκε είκοσι χρόνια μετά, το ’65. Μετά τη δολοφονία του Κένεντι και την πτώση του Χρουστσόφ. Αυτά ήταν τα ερεθίσματα, για να ξανασχοληθώ με το κείμενο αυτό».

«Πιο πολύ μου λένε και μου ζητούν να γράψω την αυτοβιογραφία μου, παρά που το σκέφτομαι ο ίδιος. Αλλά βαριέμαι, δεν με θέλγει. Μπορεί κάποια στιγμή να βάλω ένα κασετοφωνάκι δίπλα μου και να λέω, να λέω, να λέω… Αλλά να πιάσω μολύβι και χαρτί, δεν το αποφασίζω. Θα έπρεπε να μη γράψω το έργο που θέλω να γράψω τώρα, για να γράψω την αυτοβιογραφία μου. Ε, προτιμώ το έργο»…