Τον κίνδυνο εκδήλωσης πλημμυρικών και κατολισθητικών φαινομένων ακόμη και μετά την πρώτη βροχόπτωση στις καμένες περιοχές επισήμανε ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ και καθηγητής Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών, Ευθύμιος Λέκκας.
Μιλώντας στο ΕΡΤNews για τις συνέπειες των μεγάλων πυρκαγιών που έπληξαν την Αττική, τη Βοιωτία και το Ρέθυμνο, ο κ. Λέκκας ανέφερε ότι η βελτίωση των καιρικών συνθηκών δημιουργεί αισιοδοξία για τον περιορισμό των πύρινων μετώπων, ωστόσο τόνισε ότι η αντιμετώπιση των πυρκαγιών ήταν ιδιαίτερα δύσκολη λόγω της μεγάλης διασποράς των περιστατικών.
«Υπήρχε τεράστια διασπορά των δυνάμεων, με αποτέλεσμα να υπάρχει πολύ μεγάλη δυσκολία στη διαχείριση της κατάστασης», δήλωσε, σημειώνοντας ότι η συνολική εικόνα δεν μπορεί να αξιολογείται με βάση μόνο ένα μέτωπο, καθώς το τελευταίο διάστημα εκδηλώθηκαν περισσότερες από 100 πυρκαγιές σε όλη τη χώρα.
Κίνδυνος πλημμυρών από την πρώτη βροχή
Αναφερόμενος στην επόμενη ημέρα μετά τις πυρκαγιές, ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ προειδοποίησε ότι απαιτείται αυξημένη προσοχή στις περιοχές που επλήγησαν, ανεξάρτητα από το αν είχαν καεί και στο παρελθόν.
Όπως εξήγησε, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην καταστροφή της βλάστησης και στην υποβάθμιση του οικοσυστήματος, αλλά επηρεάζουν άμεσα τη συμπεριφορά του εδάφους και την απορροή των υδάτων.
«Τα πλημμυρικά φαινόμενα μπορούν να εκδηλωθούν μέσα σε έναν μήνα, ουσιαστικά με την πρώτη βροχόπτωση. Ακόμη και μια απλή βροχή μπορεί να δημιουργήσει τέτοια φαινόμενα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος στις μικρές λεκάνες απορροής, όπου τα νερά μετακινούνται γρήγορα προς χαμηλότερα σημεία. Μετά την πυρκαγιά, το έδαφος μένει εκτεθειμένο και διαβρώνεται εύκολα, με αποτέλεσμα μεγάλες ποσότητες φερτών υλικών να παρασύρονται μαζί με το νερό.
«Στον συνολικό όγκο του νερού που κινείται προς τα κατάντη προστίθεται ένας αντίστοιχος όγκος από φερτά υλικά, δημιουργώντας ιδιαίτερα καταστροφικά πλημμυρικά φαινόμενα», υπογράμμισε.
Αντιδιαβρωτικά έργα με επιστημονικό σχεδιασμό
Ο κ. Λέκκας τόνισε την ανάγκη άμεσης αξιολόγησης της κατάστασης των υπόγειων υδροφόρων οριζόντων, της δυνατότητας φυσικής αναγέννησης των οικοσυστημάτων, αλλά και της σκοπιμότητας κατασκευής αντιδιαβρωτικών έργων και φραγμάτων στα ρέματα.
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι οι παρεμβάσεις θα πρέπει να γίνουν με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς ένας λανθασμένος σχεδιασμός μπορεί να επιδεινώσει τα προβλήματα.
Ως παράδειγμα ανέφερε την Κινέτα, όπου μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 2018 και τις πλημμύρες του 2019, ορισμένα έργα δεν απέτρεψαν τις εκτεταμένες καταστροφές.
Όπως σημείωσε, χρειάζεται επιστημονική αξιολόγηση για το ποια έργα πρέπει να πραγματοποιηθούν, σε ποια σημεία και σε ποιες περιπτώσεις είναι προτιμότερο να αφεθεί η φύση να ανακάμψει χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.
«Υπάρχει μια σύνθετη αλυσίδα κινδύνων»
Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ χαρακτήρισε σύνθετη τη γεωλογική κατάσταση των πληγεισών περιοχών, εξηγώντας ότι σε ορισμένα σημεία υπάρχουν πετρώματα που εμφανίζουν μεγαλύτερη αντοχή στη διάβρωση, ενώ σε άλλες περιοχές, όπως τα Μέγαρα και το όρος Πατέρας, τα φαινόμενα διάβρωσης και κατολισθήσεων μπορεί να είναι εντονότερα.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στη γεωτεκτονική δραστηριότητα της ευρύτερης περιοχής της Ψάθας και του Πόρτο Γερμενού, διευκρινίζοντας ότι αυτό δεν συνδέεται με τις πυρκαγιές ούτε σημαίνει ότι υπάρχει σχέση μεταξύ των δύο φαινομένων.
«Υπάρχει μια συνθετότητα κινδύνων η οποία αναπτύσσεται αμέσως μετά τις πυρκαγιές», τόνισε, επισημαίνοντας ότι πρέπει να αξιολογηθεί όχι μόνο η κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και η ανθεκτικότητα κρίσιμων υποδομών, όπως το δίκτυο ηλεκτροδότησης του ΑΔΜΗΕ και του ΔΕΔΔΗΕ, το οδικό δίκτυο και οι υπόλοιπες υποδομές ζωτικής σημασίας.
«Ο τελικός στόχος είναι να δώσουμε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε μια περιοχή η οποία, ούτως ή άλλως, διατρέχει υψηλούς κινδύνους», κατέληξε ο Ευθύμιος Λέκκας.