Τριάντα μέρες προθεσμία δίνει το Ισραήλ στη Βρετανία, για να κλείσει το προξενείο της στην Ανατολική Ιερουσαλήμ. Όσοι εργάζονται σε αυτό έχουν μόλις μία εβδομάδα περιθώριο να εγκαταλείψουν τη χώρα, σύμφωνα με όσα δήλωσε ένας ισραηλινός αξιωματούχος και πηγή που γνωρίζει το θέμα. Πώς η κατάσταση έφτασε στα άκρα ανάμεσα στις δύο χώρες σύμφωνα με ανάλυση του BBC.
Οι εκπρόσωποι της Βρετανίας που είναι αποσπασμένοι στο Ισραήλ σε μια υπό αμερικανική ηγεσία αποστολή συντονισμού για τη Γάζα, καθώς και οι βρετανοί διπλωμάτες που έχουν έδρα τη Ραμάλα, πρέπει να αναχωρήσουν μέσα σε επτά ημέρες, δήλωσαν οι ίδιες πηγές.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ δήλωσε χθες, Τρίτη, ότι η Βρετανία πρέπει να κλείσει το προξενείο της στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, το οποίο είναι διαπιστευμένο στην Παλαιστινιακή Αρχή, ως απάντηση στην επιβολή από τη Βρετανία κυρώσεων στους ισραηλινούς οικισμούς στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.
Οι αιτίες πίσω από τη διπλωματική ρήξη και οι συνέπειες
Σημειώνεται πως η Βρετανία και το Ισραήλ έχουν έρθει σε σοβαρή διπλωματική σύγκρουση εξαιτίας της επέκτασης των ισραηλινών οικισμών στη Δυτική Όχθη: το Λονδίνο κατηγορεί Ισραηλινούς εποίκους ότι εκτοπίζουν Παλαιστινίους από τις περιοχές όπου ζουν και, χαρακτηρίζοντας αυτές τις πρακτικές «εθνοκάθαρση» και «αναγκαστικό εκτοπισμό». Έτσι η Βρετανία επέβαλε μέτρα που απαγορεύουν την εισαγωγή προϊόντων από ισραηλινούς οικισμούς και στοχεύουν συγκεκριμένους εποίκους, εταιρείες και πρόσωπα που συμμετέχουν στην επέκτασή τους.
Εκτός από τη Βρετανία, η Γαλλία και ο Καναδάς είπαν επίσης ότι θα απαγορεύσουν τις εισαγωγές προϊόντων από τους οικισμούς.
Η κυβέρνηση του Ισραήλ, η οποία ανέμενε τις κυρώσεις, πρόκειται να συνεδριάσει σήμερα για να συζητήσει την απάντησή της στις χώρες που προσυπέγραψαν την ενέργεια της Βρετανίας, είπαν τρεις πηγές που γνωρίζουν το θέμα.
Όλες οι πηγές μίλησαν με την προϋπόθεση να μην κατονομασθούν.
Το γραφείο του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο.
Η Γαλλία και η Σουηδία, οι οποίες υποστήριξαν την ενέργεια της Βρετανίας, έχουν επίσης προξενεία στην Ιερουσαλήμ που είναι διαπιστευμένα στην Παλαιστινιακή Αρχή.
Το Ισραήλ είχε κατά το παρελθόν υποχρεώσει να κλείσουν διπλωματικά γραφεία στη Ραμάλα, τη διοικητική πρωτεύουσα της Παλαιστινιακής Αρχής. Ο Καναδάς έχει γραφείο στη Ραμάλα.
Πώς η κατάσταση έφτασε στα άκρα – Ανάλυση του BBC
Ισραήλ και Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται σε μια περίοδο έντασης, μετά την απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να απαγορεύσει το εμπόριο με τους ισραηλινούς οικισμούς στη Δυτική Όχθη. Η οργισμένη αντίδραση του Ισραήλ υπογραμμίζει τη σημασία αυτής της εξέλιξης.
Το Ηνωμένο Βασίλειο δέχθηκε το κύριο βάρος της αντίδρασης του Ισραήλ, ωστόσο η από κοινού κίνηση 12 χωρών ενίσχυσε το αίσθημα αγανάκτησης, αναφέρει στην ανάλυσή στο BBC ο διπλωματικός ανανταποκριτής, Paul Adams.
Αξιωματούχοι στο Λονδίνο γνώριζαν ότι μια τόσο δραματική αλλαγή πολιτικής θα προκαλούσε εχθρική αντίδραση από το Ισραήλ, αλλά φάνηκαν αιφνιδιασμένοι από την ταχύτητα και την ένταση της απάντησης.
Το κλείσιμο του βρετανικού προξενείου στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, που εξυπηρετεί τη Δυτική Όχθη και συνεργάζεται απευθείας με την Παλαιστινιακή Αρχή στη Ραμάλα, καθώς και η απομάκρυνση των βρετανών εκπροσώπων από το International Gaza Support Centre, αποτελούν ιδιαίτερα εχθρικές κινήσεις.
Αυτές οι ενέργειες δείχνουν πως το Ισραήλ ανησυχεί έντονα από τη δράση του Ηνωμένου Βασιλείου και άλλων 11 χωρών, όπως η Γαλλία, η Ισπανία και ο Καναδάς.
Το μποϊκοτάζ επεκτείνεται και στα όπλα – Ισχυρός ο συμβολισμός των απαγορεύσεων
Τα προϊόντα που παράγονται στους οικισμούς μπορεί να μην αποτελούν μεγάλο ποσοστό των εξαγωγών του Ισραήλ, ωστόσο ο πολιτικός συμβολισμός της στοχευμένης απαγόρευσης είναι ισχυρός.
Για δεκαετίες, το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες κυβερνήσεις θεωρούσαν τους οικισμούς σε κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη παράνομους, αλλά απέφευγαν την απαγόρευση προϊόντων που παράγονταν εκεί.
Πλέον, καθώς το Λονδίνο ανακοίνωσε ότι συμφωνεί με την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου του 2024, σύμφωνα με την οποία η κατοχή -συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής παρουσίας του Ισραήλ- είναι παράνομη, ο Υπουργός Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ δήλωσε ότι οι οικονομικές σχέσεις της κυβέρνησης πρέπει να το αντικατοπτρίζουν.
Γι’ αυτό επιβλήθηκε απαγόρευση όχι μόνο στα προϊόντα, αλλά και σε εταιρείες που παρέχουν κατασκευαστικές, υποδομής ή χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στους οικισμούς. Τα μέτρα, που περιλαμβάνουν και περιορισμούς στις πωλήσεις όπλων που “συμβάλλουν ουσιαστικά στην κατοχή”, ξεπερνούν τις προσδοκίες πολλών.
Εντυπωσιακή είναι και η γλώσσα της δήλωσης του υπουργού Εξωτερικών, που ήταν προσωπική και συγκινητική.
Ως “υπερήφανος Βρετανός Εβραίος… αμετακίνητος στην υποστήριξή μου στο κράτος του Ισραήλ”, ο Μίλιμπαντ μίλησε πιο άμεσα και αυστηρά από σχεδόν όλους τους προκατόχους του.
Το γεγονός ότι ένας Βρετανός υπουργός Εξωτερικών δηλώνει ότι “η τρομοκρατία των εποίκων είναι ανεξέλεγκτη” και ευθύνεται για τον “εθνοκάθαρση” Παλαιστινίων σε περιοχές της Δυτικής Όχθης, ενώ η ισραηλινή κυβέρνηση “έκλεισε τα μάτια της”, είναι αξιοσημείωτο.
Ο Μίλιμπαντ χαρακτήρισε αυτή την αλλαγή ως “επανεκκίνηση” της βρετανικής πολιτικής. Σήμερα, φάνηκε σαν μια ριζική αναθεώρηση, αφήνοντας τις βρετανοϊσραηλινές σχέσεις στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών.
Πώς βλέπουν οι Ισραηλινοί τους εποίκους – Ο φόβος της διεθνής κατακραυγής
Η τεταμένη ατμόσφαιρα που συνοδεύει κάθε επικείμενη εκλογική αναμέτρηση στο Ισραήλ ενδέχεται να συνέβαλε στη σκληρή αντίδραση του Υπουργού Εξωτερικών Γκιντεόν Σαάρ, αλλά οι περισσότεροι Ισραηλινοί συμμερίζονται το αίσθημα αγανάκτησης.
Πολλοί Ισραηλινοί θεωρούν προβληματική την ιδεολογία ορισμένων εποίκων, ενώ κάποιοι τους βλέπουν ως εθνικό αίσχος.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι συμφωνούν πως οι οικισμοί, που χτίστηκαν σε εδάφη που καταλήφθηκαν κατά τον πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967, είναι παράνομοι.
Οι περισσότεροι διαφωνούν έντονα με τον πρώην πρωθυπουργό Εχούντ Ολμέρτ, ο οποίος πέρυσι κατηγόρησε τον διάδοχό του, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ότι μετέτρεψε το Ισραήλ σε διεθνή παρία.
Ωστόσο, νιώθουν πως η διεθνής κατακραυγή εντείνεται – από διαμαρτυρίες σε μουσικούς διαγωνισμούς και αθλητικά γεγονότα, μέχρι διεθνή εντάλματα σύλληψης κατά ηγετών τους και πλέον απαγορεύσεις προϊόντων από τους οικισμούς – γεγονός που τους προκαλεί άγχος και αμυντική στάση.
Αισιόδοξοι οι Παλαιστίνιοι με τις εξελίξεις
Από την πλευρά των Παλαιστινίων, αυτή η εξέλιξη εκλαμβάνεται ως πρόοδος.
Το παλαιστινιακό Υπουργείο Εξωτερικών χαιρέτισε τις κυρώσεις, ζητώντας όμως “άμεσα, συγκεκριμένα μέτρα” για να σταματήσει το Ισραήλ την “παράνομη επιχείρηση εποικισμού”.
Στο Λονδίνο, ο Παλαιστίνιος πρέσβης Δρ Χουσάμ Ζόμλοτ χαρακτήρισε την απόφαση της κυβέρνησης “σημείο καμπής στις σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου-Παλαιστίνης”.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι τα “γενναία βήματα” της Βρετανίας θα βοηθήσουν στην ανεξαρτησία του Παλαιστινιακού κράτους στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ.
Ωστόσο, ο Ζόμλοτ γνωρίζει ότι η πραγματικότητα της 59χρονης κατοχής δεν έχει τερματιστεί, ούτε έχει αλλάξει ουσιαστικά.
Ο ρόλος των ΗΠΑ: Θα περιορίσει ο Τραμπ τα σχέδια εποικισμού;
Οι προοπτικές για ένα βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος παραμένουν ελάχιστες, ενώ δεν διαφαίνεται άμεσα ότι η συντονισμένη δράση 12 χωρών θα ανατρέψει τη συνεχιζόμενη ισραηλινή επέκταση στη Δυτική Όχθη.
Μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τέτοια επιρροή, αν το επιδιώξουν.
Το 1991, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους και ο υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Μπέικερ απείλησαν να παρακρατήσουν δάνειο ύψους 10 δισ. δολαρίων από την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Γιτζάκ Σαμίρ, όταν ο τελευταίος αρνήθηκε να εγγυηθεί πως δεν θα χρησιμοποιηθούν για επέκταση οικισμών σε κατεχόμενες περιοχές.
Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ μέχρι στιγμής δεν έχει δείξει πρόθεση να περιορίσει τα σχέδια εποικισμού του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ορισμένα τμήματα του κινήματος MAGA έχουν απομακρυνθεί τα τελευταία χρόνια από το Ισραήλ, όμως ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαμπι, είναι ένθερμος υποστηρικτής του σιωνισμού και συμμερίζεται την άποψη ότι η Δυτική Όχθη υποσχέθηκε στους Εβραίους από τον Θεό.
Έτσι, η πρόσφατη ενέργεια του Ηνωμένου Βασιλείου και των εταίρων του τους φέρνει αντιμέτωπους όχι μόνο με το Ισραήλ, αλλά και με τον κύριο υποστηρικτή του στην Ουάσιγκτον.