Το 1949, ο γερμανός συγγραφέας Τόμας Μαν (1875-1955) επέστρεψε για λίγο στην πατρίδα του τη Γερμανία, από την οποία είχε φύγει εξαιτίας της ναζιστικής κυριαρχίας, την οποία είχε προβλέψει το 1929. Ο ηλικιωμένος νομπελίστας και δημιουργός αριστουργηματικών έργων της λογοτεχνίας όπως τα «Μαγικό βουνό» και «Θάνατος στη Βενετία», επέστρεψε ξανά στη χώρα του προκειμένου να βραβευτεί με το σημαντικό βραβείο Γκαίτε.
Ποια ήταν, όμως, η αληθινή πατρίδα του Τόμας Μαν; Ποια ήταν η πατρίδα στην οποία ανήκε η καρδιά του; Αυτό ακριβώς το ερώτημα μοιάζει να διαπερνά όλη την ταινία «Πατρίδα» (Fatherland, Πολωνία/Γερμανία/Ιταλία/Γαλλία, 2026) τελευταία δημιουργία του Πάβελ Παβλικόφσκι, του σπουδαίου πολωνού σκηνοθέτη ταινιών όπως η «Ida» και ο «Ψυχρός πόλεμος».
Σε μια σκηνή της ταινίας, όταν τον ρωτούν για την πατρίδα, ο Μαν θα απαντήσει: «Είμαι αμερικανός πολίτης αλλά γερμανός συγγραφέας. Το πού βρίσκεται η καρδιά μου όμως, είναι ένα πολύ δύσκολο και πολύ σύνθετο ερώτημα για να απαντηθεί». Ομως, ο Πάβελ Παβλικόφσκι ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο Τόμας Μαν γενικότερα, όχι μόνο σε σχέση με τη χώρα-πατρίδα του αλλά και με την οικογένεια-πατρίδα.
Ο Μαν που υποδύεται ο έξοχος γερμανός ηθοποιός Χανς Τσίσχλερ, λατρεύει την κόρη του (Σάντρα Χούλερ) την οποία έχει ανάγκη (τον ξυρίζει, του διορθώνει τα γραπτά, κανονίζει όλες τις λεπτομέρειες του προγράμματός του). Την ίδια ώρα, όμως, δείχνει εντελώς αποξενωμένος από τον γιο του, επίσης συγγραφέα Κλάους Μαν (Ογκαστ Ντιλ), με τον οποίο ποτέ δεν επικοινώνησε. Τα αισθήματα από πλευράς Κλάους είναι αμοιβαία.
Τελικά, όλη η συγκίνηση που πηγάζει από την ανάγνωση των γραπτών του Τόμας Μαν, βλέπουμε να αποτυπώνεται σε ένα ευφυές «απολίθωμα της μπουρζουαζίας» όπως αποκαλεί τον Τόμας Μαν η ίδια η κόρη του όταν βλέπει την ψυχρή και κυνική αντιμετώπισή του απέναντι σε μια ανείπωτη τραγωδία. «Η αυτοκτονία ενός τοξικομανούς είναι ασήμαντη μπροστά στη μοίρα του κόσμου», θα πει ο Μαν και θα ακούσει ότι τελικά, δεν είναι το κέντρο του κόσμου.
Και όλα τα παραπάνω είναι ενταγμένα σε μια ταινία νοσταλγικού ασπρόμαυρου φιλμ, γεμάτη «μικρές» αλλά χαρακτηριστικές σκηνές μέσω των οποίων ο Παβλικόφσκι μεταφέρει με υπέροχο (και αρκετά χιουμοριστικό) τρόπο, το ηλεκτρισμένο, ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής της ιστορίας της ταινίας, όταν η Αμερική και η Ρωσία βρίσκονταν σε σύγκρουση, ενώ καθόριζαν τη μοίρα του υπόλοιπου κόσμου. Και ανάμεσά τους ο Μαν, δηλώνει αντίθετος και στα δύο μοντέλα, πιστεύοντας, ειρωνικά, στον άνθρωπο.
Πεισματάρης αγρότης
Οχι τόσο η καλλιτεχνική αξία όσο το θέμα της ιταλικής ταινίας «Ετσι είναι η ζωή» (La vita va cosi, 2025) του Ρικάρντο Μιλάνι είναι εκείνο που κυρίως σε συνεπαίρνει για να την παρακολουθήσεις και να δεις πού θα καταλήξει η ιστορία. Η αντίσταση του υπερήλικα, πεισματάρη αγρότη της Σαρδηνίας, απέναντι στο κράτος που θέλει τη γη του προκειμένου να ενταχθεί στο οικόπεδο όπου θα κτιστεί ένα τεράστιο ξενοδοχειακό συγκρότημα, δεν μπορεί παρά να προκαλέσει μια ποικιλία συναισθημάτων, όπου η συγκίνηση και το χαμόγελο δημιουργούν ένα εύγευστο κοκτέιλ.
Γιατί το «Ετσι είναι η ζωή» είναι μια κλασική περίπτωση ταινίας «Δαβίδ εναντίον Γολιάθ» και αυτό το σχήμα σχεδόν πάντα γοητεύει. Βέβαια, πρόκειται για μια ταινία που διαρκεί πολύ περισσότερο από όσο χρειαζόταν και πέφτει στην παγίδα της επανάληψης σκηνών όπου ξέρεις πολύ καλά τι θα γίνει. Η επανάληψη μπορεί όντως να γίνει κουραστική, αλλά εν τέλει δικαιώνεται από την απίστευτη μορφή του Εφίσιο που υποδύεται ο πραγματικός 84χρονος σαρδηνός βοσκός Τζουζέπε Ιγκνάτσιο Λόι. Πάνω στον γέρο–αγρότη θαυμάζεις κάποιες αξίες που τείνουν να εξαφανιστούν (αν δεν έχουν ήδη εξαφανιστεί γιατί η ταινία αρχίζει το 1999 λίγο πριν από την αλλαγή του μιλένιουμ).
Extreme sport
Ας μην κοροϊδευόμαστε. Ο μόνος λόγος ύπαρξης της ταινίας «Πτώση 2» (Fall 2: Deadpoint, ΗΠΑ, 2026) που ακολουθώντας τα βήματα που χάραξε η «Πτώση» του 2022, στόχο έχει να κόψει την ανάσα ακόμα και σε όσους δεν έχουν υψοφοβία, οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα πατήσουν το πόδι τους ούτε απ’ έξω από το σινεμά. Και η αλήθεια είναι ότι τα καταφέρνει μια χαρά, με τις Χάριετ Σλέιτερ και Αρσέμα Τόμας στους ρόλους δύο νεαρών γυναικών που έχουν αποφασίσει να σκαρφαλώσουν στην κορυφή ενός από τα πιο κατακόρυφα επίπεδα και ψηλά βουνά στον κόσμο, το οποία βρίσκεται στην Ταϊλάνδη. Οχι να το σκαρφαλώσεις αλλά ούτε να το δεις δεν τολμάς. Ωστόσο, αν εξαιρέσεις κάτι αστειότητες «μυστηρίου» που ξαφνικά ξεπετάγονται στην ιστορία, η «Πτώση 2» φαίνεται να λειτουργεί αποτελεσματικά και όχι μόνο για τους λάτρεις των extreme sports στους οποίους, ως επί το πλείστον, απευθύνεται.
Σπλάτερ Πινόκιο
Δεν είναι λίγες οι φορές που αυτή η στήλη έχει αναφερθεί στο σεναριακό αδιέξοδο που επικρατεί τα τελευταία χρόνια όχι μόνο στο Χόλιγουντ αλλά σε όλες τις κινηματογραφίες του κόσμου αναφορικά με το είδος του θρίλερ και ακόμα περισσότερο του splatter.
Για κάποιους η αποδόμηση παραδόσεων φαίνεται να είναι η καλύτερη λύση και έτσι σε πολλές ταινίες του είδους βλέπεις μυθικά πρόσωπα της ποπ κουλτούρας να μετατρέπονται σε φορείς στυγνών εγκλημάτων, που αποκρυσταλλώνονται με αποκρουστικά αιμοδιψείς σκηνές όπως ακριβώς συμβαίνει στο «Πινόκιο: Ξεκούρδιστος» (Pinocchio: Unstrung, ΗΠΑ/ Αγγλία, 2026) του Ρις Φρέικ – Γουότερφιλντ: η ξύλινη κούκλα Πινόκιο, κατασκεύασμα ενός πολύ σύγχρονου Τζεπέτο (Ρίτσαρντ Μπρέικ), θα γίνει ο καλύτερος φίλος του εγγονού του, Τζέιμς (Κάμερον Μπελ) και συγχρόνως ένα τέρας που προκαλεί αποκρουστικούς θανάτους στην προσπάθειά του να γίνει και αυτός άνθρωπος. Γυναικοπαρέα
Η πολιτική ορθότητα καταλήγει εις τον κάλαθο των αχρήστων στη γυναικεία κομεντί των Τζον Λούκας, Σκοτ Μουρ «Spa weekend» (ΗΠΑ, 2026) και αυτό ίσως να είναι το μόνο χάρισμα μιας χαζοχαρούμενης ταινίας που ασχολείται με την περίπτωση τεσσάρων καταπιεσμένων γυναικών αποφασισμένων να περάσουν μερικές μέρες ξεγνοιασιάς σε ένα διάσημο για τις ανέσεις του ξενοδοχείο Spa.
Εκεί όπου, βεβαίως, θα τα κάνουν λίμπα. Η Λέσλι Μαν είναι η δικηγόρος που μεγαλώνει τρία παιδιά και δεν μπορεί να βρει τον χρόνο για ένα ραντεβού, η Μισέλ Μπουτό είναι η ευτραφής μιγάς με τα δύο παιδιά που καταριέται τον άντρα της που την παράτησε για μια μεγαλύτερη, η Ανα Φάρις έχει μόλις απολυθεί από τον καταπιεστικό «βασιλιά των πάρκινγκ» της Καλιφόρνιας και η Ισλα Φίσερ είναι το πιο ανεξάρτητο πνεύμα μιας παρέας που κατά βάθος δεν τη θέλει μαζί της. Αν και αρκετά δηκτική, η ταινία δεν έχει τη δυναμική αλλά ούτε και τη «βρωμιά» παρόμοιων κωμωδιών με γυναικοπαρέες όπως οι «Φιλενάδες» και το «Πάρτι γυναικών».
Από το παρελθόν
Μερικές εβδομάδες μετά τον «Θεό ελέφαντα», προβάλλεται «Ο δειλός» (The coward, Ινδία, 1965) μία ακόμη ταινία του σπουδαίου ινδού σκηνοθέτη Σατγιαζίτ Ρέι. Ουσιαστικό θέμα αυτού του μελοδράματος είναι οι μεγάλες αποφάσεις ζωής που όλοι κάνουμε και αργότερα για κάποιες μετανιώνουμε και για κάποιες όχι. Πολλά χρόνια πριν, ο Ρόι (Σουμίτρα Σατερτζί), ο περιφερόμενος στο ινδικό ύπαιθρο σεναριογράφος και κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, επέλεξε να μην ακολουθήσει τον δρόμο της καρδιάς του και δεν παρέμεινε στο πλευρό της αγαπημένης του Καρούνα (Μανταβί Μουκερτζί).
Οπότε όταν χρόνια αργότερα την ξαναβρίσκει μπροστά του, παντρεμένη με έναν πλούσιο ιδιοκτήτη φυτειών τσαγιού (Χαραντάν Μπανερτζί) θα προσπαθήσει να την πλησιάσει εκ νέου. Η ιστορία διανθίζεται από σύντομα φλας μπακ, συνθέτοντας μια πλήρη εικόνα τόσο των προσώπων όσο και του πλαισίου της ινδικής κοινωνίας στην οποία, ως γνωστόν, ο οικονομικός παράγοντας δημιουργεί ένα κλίμα έντονου ρατσισμού.
Αυτό θα το δούμε κυρίως στο πρόσωπο του συζύγου της γυναίκας, που είναι σίγουρα ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας, ένας άνθρωπος που ναι μεν κομπάζει για τις επιτυχίες του αλλά στην πραγματικότητα δεν αγαπάει αυτό που κάνει, γι’ αυτό και για να μη θυμάται, πίνει. Μια σχεδόν θεατρική σύνθεση για τρεις ήρωες που κεντρίζει το ενδιαφέρον, συμπαρασύρει τον θεατή και αποφεύγει να ακολουθήσει την εύκολη αφηγηματική οδό.
«Στη βοή της καταιγίδας» (Key Largo, ΗΠΑ, 1948). Μια επικίνδυνη συμμορία κακοποιών, ο αρχηγός της οποίας διαρκώς φέρεται εκτός εαυτού, αιχμαλωτίζει μιά ομάδα ανθρώπων σε κάποιο νησάκι της Φλόριντα, απ’ όπου σκοπεύει να διαφύγει. Ανάμεσα στους ομήρους, όμως, βρίσκεται και ένας φαινομενικά δειλός βετεράνος πολέμου που τελικά θα αποπειραθεί να τον σταματήσει. Σκληρό μελόδραμα του Τζον Χιούστον, με θέμα την αντίσταση του καθημερινού ανθρώπου απέναντι στην οποιαδήποτε μορφή αδικίας και βίας.
Εργο αξέχαστων ερμηνειών και διαρκώς τεταμένης ατμόσφαιρας, χάρισε στην Κλερ Τρέβορ το Οσκαρ β΄ γυναικείας ερμηνείας και ανήκει στις σημαντικότερες δουλειές του Χιούστον, που θυμίζουμε ότι συνεργάστηκε με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ (εδώ ο βετεράνος) σε πέντε ταινίες. Την παράσταση, όμως, κλέβει ο Εντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον, που παίζει με εξαιρετική πειθώ τον γκάνγκστερ.
«Μπασού, ο μικρός ξένος» (Bashu, the Little Stranger, 1989). Το 1999, δέκα χρόνια μετά την πρώτη προβολή της στις αίθουσες, αυτή η ταινία του Μπαχράμ Μπεϊζαΐ που παρακολουθεί την πορεία προς τον Βορρά του Μπασού, ενός ορφανού παιδιού που έχασε τους γονείς του σε βομβαρδισμό στο νότιο Ιράν κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν – Ιράκ, ψηφίστηκε ως η καλύτερη ιρανική ταινία όλων των εποχών. Και μόλις πέρυσι, τιμήθηκε με το Βραβείο Καλύτερης Αποκατεστημένης Ταινίας στο τμήμα Venice Classics του Φεστιβάλ Βενετίας.
Η οδύσσεια του ξεριζωμένου ορφανού παιδιού είναι το εργαλείο του Μπεϊζαΐ για την καλά μελετημένη και διόλου λαϊκίστικη οργάνωση του «ευρύτερου πλάνο» της ταινίας: με την κάμερά του «αγγίζει» πλευρές των κοινωνικών συνθηκών της εποχής, σχολιάζει τις συνέπειες ενός παράλογου πολέμου και επισημαίνει τις προκαταλήψεις σε μια χώρα όπου η αποδοχή του διαφορετικού μοιάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Μια βαθιά ουμανιστική αλλά και λυρική ταινία που αξίζει να ανακαλύψετε.
- Προβάλλεται επίσης το animation «PAW Patrol Κουτάβια και δεινόσαυροι» (PAW Patrol: The Dino movie ΗΠΑ, 2026) στο οποίο μετά ένα ναυάγιο τα κουτάβια της PAW Patrol ξεβράζονται σε ένα αχαρτογράφητο τροπικό νησί δεινoσαύρων και αποφασίζουν να το σώσουν εμποδίζοντας έναν αδίστακτο δήμαρχο να εκμεταλλευτεί τους φυσικούς πόρους του.