Ο «Μηχανικός» – ο βουτηχτής σφουγγαράς – είναι ορχηστρικός σκοπός, παραλλαγή του «Ή μηχανικός θα γίνω». Στην Κάλυμνο συνοδεύει τη χορογραφία του σφουγγαρά που έχει προσβληθεί από τη νόσο των δυτών.
Τη χορογραφία εμπνεύστηκε και πρωτοπαρουσίασε τη δεκαετία του ’50 ο Θεόφιλος Κλωνάρης, σημαίνουσα προσωπικότητα του νησιού, γυμναστής και πρωτοχορευτής του συγκροτήματος Ελληνικών Χορών της Δόρας Στράτου, τιμώντας τους προγόνους του. Ο χορευτής, στηριζόμενος στη μαγκούρα και δυσκολευόμενος να κινηθεί, παρασύρεται σταδιακά από τη μουσική, ώσπου την πετά και χορεύει ελεύθερος. Η κίνησή του αποτυπώνει τη σκληρότητα της ζωής των σφουγγαράδων, αλλά και τη λαχτάρα τους να την υπερβούν: σαν να χορεύει η ψυχή του βουτηχτή, αψηφώντας την παράλυση του σώματος.
Από τον «Μηχανικό», όπου ο χορευτής αποτινάζει τη μαγκούρα και αφήνεται στη μουσική, μέχρι τον «Θυμαριώτικο», το δεύτερο σινγκλ από το επερχόμενο άλμπουμ του Γιώργου Ζερβού «ΚΑΛΥΜΝΙΟΝ» – το πρώτο δείγμα ήταν η «Αναστασία» -, η παράδοση γίνεται αφετηρία για νέες μορφές έκφρασης.
Και οι δύο ιστορίες, με διαφορετικούς τρόπους, αφηγούνται την ένταση ανάμεσα στους περιορισμούς και την επιθυμία για ελευθερία. Το στοίχημα του δημιουργού του δίσκου δεν είναι να αναπαραγάγει απλώς τους παραδοσιακούς ήχους και σκοπούς της Καλύμνου, αλλά να τους μεταμορφώσει διατηρώντας ζωντανό τον πυρήνα τους μέσα από έναν σύγχρονο ήχο. Τα τραγούδια που συγκροτούν τον δίσκο τα έμαθε από τον πατέρα του και τα κουβαλάει από παιδί, μαζί με τις οικογενειακές στιγμές, τις παρέες και τα γλέντια στο νησί. Ο δίσκος είναι αφιερωμένος στη μνήμη του.
«Η ιδέα υπήρχε μέσα μου για χρόνια και πήρε μορφή μέσα από τη συνεργασία με τον Χρήστο Λαϊνά, που ανέλαβε την παραγωγή και τη μείξη. Δουλέψαμε μαζί τις ενορχηστρώσεις, αναζητώντας έναν ήχο που να κρατά τον χαρακτήρα και το συναίσθημα των τραγουδιών, αλλά να εκφράζει και τη δική μας μουσική ματιά.
Στη δική μας εκδοχή κρατήσαμε την αλλαγή του τέμπο και δώσαμε στον σκοπό μια surf κατεύθυνση, με κάτι από τη “Μισιρλού”. Στη μέση υπάρχει μια μουσική γέφυρα που τη φανταστήκαμε σαν κατάδυση με σκάφανδρο. Ξεκινά με ένταση και, καθώς αυτή υποχωρεί, ακούγονται τα έγχορδα της Καλλιόπης Μητροπούλου και μπαίνει ο Παύλος Παυλίδης, απαγγέλλοντας το ποίημα που έγραψε.
Ο Παύλος μού έκανε ένα τεράστιο δώρο. Η φωνή και ο λόγος του έδωσαν στην ιστορία μια πολύ ιδιαίτερη δύναμη. Δεν σου κρύβω ότι, όταν άκουσα πρώτη φορά στο στούντιο, κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, όσα είχε γράψει, συγκινήθηκα. Ακόμη συγκινούμαι με τα λόγια του. Στη συνέχεια, το τέμπο επιστρέφει στην αρχική του ταχύτητα, σαν να γίνεται ανάδυση. Οπως στη χορογραφία του Κλωνάρη, όταν ο χορευτής πετά τη μαγκούρα και αφήνεται στον χορό, έτσι κι εδώ η μουσική επιστρέφει σε αυτή την αίσθηση ελευθερίας», λέει ο Γιώργος Ζερβός.
Για τον ίδιο, η επιστροφή στην Κάλυμνο μέσα από τη μουσική ήταν ένας τρόπος για να επιστρέψει σε κάτι πολύ προσωπικό, αλλά χωρίς να το κρατήσει μόνο για εκείνον. Να πάρει τους ήχους και τους σκοπούς της πατρίδας του που κληρονόμησε και με σεβασμό να τους ξανασυστήσει.
«Αυτό που ήθελα να αλλάξω δεν ήταν η ουσία ή η ταυτότητα αυτών των τραγουδιών, αλλά να ακουστούν μέσα τους και οι μουσικές με τις οποίες μεγάλωσα και τις οποίες έχω μελετήσει και παίξει όλα αυτά τα χρόνια, τόσο με τους Swingin’ Cats (σ.σ.: το συγκρότημά του) όσο και μέσα από την προσωπική μου δισκογραφία: rock’ n’ roll, country, Americana, surf, ψυχεδέλεια. Να δημιουργηθεί ένα κράμα, μια συνύπαρξη και μια αλληλεπίδραση ανάμεσα σε φαινομενικά διαφορετικούς κόσμους. Αυτή, άλλωστε, είναι για μένα και μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της μουσικής. Αυτό προσπάθησα να κάνω και με αυτά τα τραγούδια: να τα κρατήσω ζωντανά, αλλά ταυτόχρονα να τους ανοίξω έναν καινούργιο δρόμο».