Η ομάδα Cupid’s με αφορμή την παράσταση «Γκόλφω» μιλάει στα ΝΕΑ για τον προδομένο έρωτα και τη συγχώρεση

Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και ο πολιτιστικός οργανισμός «Λυκόφως» παρουσιάζουν την παράσταση «Γκόλφω» της θεατρικής ομάδας Cupid’s, η οποία ξεχώρισε στο πολυσυζητημένο Φεστιβάλ Νέων Δημιουργών «Άδειος Χώρος – 2025».

Η παραστάση ανεβαίνει από 1η Οκτωβρίου στη Σκηνή Ωμέγα έως την 1η Νοεμβρίου κάθε Πέμπτη έως Κυριακή. Η σκηνοθεσία είναι της Γεωργίας Κατσίλα ενώ το θίασο απαρτίζουν οι Γεωργία Κατσίλα, Τάσος Χρυσόπουλος και Γιώργος Ταλιάνης.

Η παράσταση αποτελεί μια σπουδή στις συγκρούσεις της ανθρώπινης φύσης, όταν τα θεμελιώδη ιδανικά της καταρρέουν.

Αξιοποιώντας την αφηγηματική τεχνική, οι ηθοποιοί διερευνούν επί σκηνής πώς η προδοσία των αξιών οδηγεί -σχεδόν νομοτελειακά- στην απώλεια της ανθρώπινης ευτυχίας.

Μέσα από αυτή τη διαδρομή αναδεικνύεται η συγχώρεση ως η ύψιστη ανθρώπινη πράξη: μια συνειδητή επιλογή, την οποία μόνο ο άνθρωπος μπορεί να κάνει, σε αντίθεση με τη φύση, που δεν συγχωρεί.

Για όλα αυτά, μίλησαν στα «Νέα» τα μέλη της ομάδας Cupid’s.

Ποιες ήταν οι πρώτες αυθόρμητες σκέψεις σας όταν διαβάσατε την «Γκόλφω» για να τη μεταφέρετε στη σκηνή;

Οι πρώτες αυθόρμητες σκέψεις ήταν: Μπροστά μας έχουμε διαχρονικά θέματα, σε βουκολικό τοπίο, σε ποιητική γλώσσα! Σαγηνευτικό σύνολο! Και αμέσως μετά: Πώς μεταφέρουμε στην σκηνή το βουκολικό τοπίο; Ποιοι είναι οι Τσέλιγκες και οι Τσελιγκοπούλες, οι Βοσκοί και οι Βοσκοπούλες;

Μόλις έφτιαξα ρίμα! Αυτό ήταν ένα κλειδί βασικό, που ανακαλύψαμε εντελώς αυθόρμητα! Μας παρέσυρε ο έμμετρος λόγος, κάποιες φορές μιλούσαμε κάνοντας ρίμες.

Ήταν ο πρώτος αυθόρμητος συντονισμός. Ο ρυθμός και η χρήση της ντοπιολαλιάς μας γοήτευσε, μας προκάλεσε και μας προσκάλεσε να ακολουθήσουμε αυτόν τον ρυθμό, φτάνοντας βαθιά στην ρίζα της ποιητικής γλώσσας.

Αυτή ήταν η πρώτη μύηση. Άλλες αυθόρμητες σκέψεις ήταν: Τι κρατάμε από τα παλιά, τα οποία συνομιλούν ακόμη με το σήμερα; Πολλή έρευνα και πολλές δοκιμές μας προβλημάτισαν, μέχρι να βρούμε την γέφυρα αυτή, και το ταξίδι αυτό ήταν αστείρευτο! Όσο ψάχναμε, τόσο ανακαλύπταμε!

Ποιο ήταν το συναισθηματικό κέντρο και ο άξονας που επιλέξατε για το ανέβασμα;

Το συναισθηματικό κέντρο για την ερμηνευτική γραμμή της παράστασης είναι η άνευ όρων αγάπη και η προδοσία της.

Αυτό εκφράζεται και με τα λόγια της Γκόλφως «είμαι ένα μνήμα ζωντανό μέσα στους βρυκολάκους», που φωτίζουν την πάλη του σύγχρονου ανθρώπου να διαφυλάξει τις αξίες και τα ιδανικά του σε μια εποχή, όπου οι ηθικές σταθερές μεταβάλλονται διαρκώς.

Η παράσταση αποτελεί μια σπουδή στις συγκρούσεις της ανθρώπινης φύσης, όταν τα θεμελιώδη ιδανικά της καταρρέουν. Αξιοποιώντας την αφηγηματική και την δραματική τεχνική οι ηθοποιοί διερευνούν επί σκηνής πώς η προδοσία των αξιών οδηγεί -σχεδόν νομοτελειακά- στην απώλεια της ανθρώπινης ευτυχίας. Μέσα από αυτή τη διαδρομή αναδεικνύεται η συγχώρεση ως η ύψιστη ανθρώπινη πράξη.

Το μεταφυσικό και το φυσικό στοιχείο, που υπηρετείται από την σκηνογραφία, φέρνει στο φως την τραγικότητα του ανεκπλήρωτου έρωτα. Στο κέντρο της σκηνής δεσπόζει η ιτιά, η οποία λειτουργεί ως βασικός αφηγητής της ιστορίας και παραμένει βουβός μάρτυρας της τραγικής μοίρας των ερωτευμένων.

Οι τρεις ηθοποιοί, ντυμένοι με κοστούμια φτιαγμένα από σεμεδάκια, πλέκουν την ιστορία ενός προδομένου έρωτα, που στοιχειώνει για πάντα το τοπίο, και γίνονται φορείς μιας συλλογικής μνήμης, όπου το προσωπικό δράμα της Γκόλφως συναντά τη διαχρονική τραγικότητα του ανεκπλήρωτου έρωτα.

Και όλο αυτό συνδιαλέγεται με ένα διαστυλιστικό μουσικό αμάλγαμα, με στοιχεία από την ηλεκτρονική, την ακουστική, την βυζαντινή και την παραδοσιακή μουσική, μαζί με το ηχόχρωμα της ηλεκτρικής κιθάρας και των διαφόρων τεχνικών εφέ.

Γύρω από αυτόν τον άξονα, θεματικό, σκηνοθετικό και μουσικό παρακολουθούμε την κορύφωση και την συντριβή ενός έρωτα, μετά τη νίκη του υλικού κέρδους, μόνιμου εχθρού της ανθρωπιάς όλων των εποχών.

Τι πιστεύετε ότι οι θεατές της νεότερης γενιάς έχουν να πάρουν από ένα έργο τόσο παλιό και «καταγωγικό» στο νεοελληνικό θέατρο;

Οι θεατές της νέας γενιάς μπορούν να διαπιστώσουν έκπληκτοι ότι τα ίδια θέματα που προβλημάτιζαν τους νέους στην ειδυλλιακή ύπαιθρο του 10ου αιώνα προβληματίζουν και τους ίδιους σήμερα.

Ο έρωτας, η απόλυτη αγάπη, η αφοσίωση, η προδοσία, η ματαίωση, το κυνήγι του χρήματος έναντι του συναισθήματος, η κοινωνική πίεση -πανανθρώπινα, υπαρξιακά προβλήματα- τους δημιουργούν αέναες συγκρούσεις· συγκρούσεις και με τον εαυτό τους και με τους άλλους, παρόλο που κάποιος θα περίμενε ότι η ψηφιακή εποχή μας θα τα έθετε σε δεύτερη μοίρα.

Η νέα γενιά, που συνδέεται πιο πολύ με τις πιο ακατέργαστες και τρυφερές πλευρές της ζωής, μπορεί να βιώσει στο έργο την παγκόσμια αλήθεια ότι κάθε επιλογή έχει ένα τίμημα, που πάντα παραμονεύει να πληρωθεί άμεσα ή έμμεσα.

Αξίζει να απομυθοποιήσουμε τον όρο «παλιό», έτσι ώστε να μην συνδέεται με κάτι που δεν μας αφορά ή ότι είναι ξεπερασμένο, και να ξεσκονίσουμε αυτά τα πολύτιμα έργα, που έχουν διαπλάσει μέχρι σήμερα τον ελληνικό λαό.

Υπάρχει μέθοδος στις ερμηνείες σας ή προτιμήσατε να παίξετε «φυσικά», κατά την καθιερωμένη έκφραση;

Εργαστήκαμε με συνδυασμό μεθόδων. Η παράστασή μας στηρίζεται στην διερεύνηση των θεμάτων του έργου σε βάθος, φτάνοντας στην προσωπική συσχέτιση του κάθε ηθοποιού με το κάθε θέμα.

Αφοσιωθήκαμε να ανακαλύψουμε πού βρισκόμαστε εμείς σε σχέση με το θέμα του κάθε ήρωα. Ο ρόλος δεν υπάρχει. Σκιαγραφείται μέσα από τις προτεινόμενες συνθήκες του ποιητή ή του συγγραφέα ανάλογα το έργο.

Εργαστήκαμε με etùde πάνω σε βασικά θέματα, αλλά και σε πιο ελεύθερους, αυθόρμητους αυτοσχεδιασμούς ανάλογα το θέμα ώστε να βρούμε την ενέργεια κάθε σκηνής.

Ερευνήσαμε πολύ τον ποιητικό λόγο και την ντοπιολαλιά, για να τα ανακαλύψουμε, να συνδεθούμε μαζί τους, ώστε να ρέει φυσικά ο λόγος, διατηρώντας ή αλλάζοντας τις ενέργειες του λόγου ανάλογα με τις προθέσεις του.

Δημιουργήσαμε σωματικούς αυτοσχεδιασμούς ανακαλύπτοντας ψυχολογικές χειρονομίες που ακολουθούν την πρόθεση του κάθε ήρωα. Φανταστήκαμε σε σχέση πάντα με τις αντικειμενικές συνθήκες του έργου αφού χωρίς την φαντασία το θέατρο δεν υφίσταται.