Η νέα μάχη για την ψυχή των Δημοκρατικών

Για περισσότερο από μία δεκαετία, η εσωκομματική αντιπαράθεση στους Δημοκρατικούς των ΗΠΑ περιστρεφόταν γύρω από το κατά πόσον η προοδευτική πτέρυγα μπορούσε να επηρεάσει την ατζέντα του κόμματος ή θα παρέμενε απλώς μια δυναμική μειοψηφία. Σήμερα, οι ισορροπίες έχουν αλλάξει.

Οι πρόσφατες νίκες υποψηφίων, που στηρίζονται από τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής (DSA) σε προκριματικές εκλογές τους αλλά και σε αναμετρήσεις για την ανάδειξη δημάρχων από τη Νέα Υόρκη και το Κολοράντο έως την Ουάσιγκτον και το Λος Αντζελες, δείχνουν ότι η αμερικανική «Αριστερά» δεν αρκείται πλέον στον ρόλο της εσωκομματικής πίεσης. Διεκδικεί πολιτική ηγεμονία μέσα στους Δημοκρατικούς, προκαλώντας νευρικότητα στο κομματικό κατεστημένο και ταυτόχρονα προσφέροντας στον Ντόναλντ Τραμπ έναν αντίπαλο που θεωρεί ιδανικό για τη δική του πολιτική στρατηγική.

Η πιο χαρακτηριστική εικόνα αυτής της μετατόπισης καταγράφηκε στο Κολοράντο. Ενα βίντεο που έγινε viral έδειχνε τη βετεράνο Δημοκρατική βουλευτή Νταϊάνα ΝτεΓκέτ να χάνει την ψυχραιμία της όταν νεαρή ψηφοφόρος τη ρώτησε γιατί στηρίζει την αποστολή αμερικανικών όπλων στο Ισραήλ, κάνοντας λόγο για «γενοκτονία» στη Γάζα.

Λίγες μέρες αργότερα, η ΝτεΓκέτ, η οποία κατείχε την έδρα της σχεδόν τρεις δεκαετίες, ηττήθηκε στις προκριματικές από την 29χρονη σοσιαλίστρια Μελάτ Κίρος. Η ανατροπή δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση αμφισβήτησης παλαιών στελεχών των Δημοκρατικών από μια νέα γενιά υποψηφίων που συνδυάζουν κοινωνικό ριζοσπαστισμό, οικονομικό παρεμβατισμό και έντονη κριτική στην πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στο Ισραήλ.

Στην Ουάσιγκτον, η Τζανίζ Λιούις Τζορτζ αναδείχθηκε νικήτρια στην εσωκομματική διαδικασία για να διεκδικήσει τη δημαρχία, ενώ στο Λος Αντζελες και στο Ουισκόνσιν υποψήφιοι που στηρίζονται από τους DSA εμφανίζονται ιδιαίτερα ανταγωνιστικοί.

Οι DSA, που μέχρι πριν από δέκα χρόνια θεωρείτο μια μικρή και σχεδόν περιθωριακή οργάνωση, αριθμούν πλέον περισσότερα από 100.000 μέλη και στηρίζουν δεκάδες υποψηφίους σε όλες τις βαθμίδες της αμερικανικής πολιτικής.

Η πολιτική τους επιρροή ενισχύθηκε μετά την προεδρική εκστρατεία του Μπέρνι Σάντερς το 2016 και απογειώθηκε με την εκλογή της Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές στο Κογκρέσο το 2018. Σήμερα, η εκλογή του Ζόραν Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης και οι διαδοχικές επιτυχίες υποψηφίων που υποστηρίζει ο ίδιος επιβεβαιώνουν ότι η αριστερή πτέρυγα διαθέτει πλέον οργανωμένη βάση, πολιτικά στελέχη και στρατηγικό σχέδιο.

Οι DSA, βέβαια, δεν λειτουργούν ως ξεχωριστό εκλογικό κόμμα. Αναγνωρίζοντας ότι το αμερικανικό δικομματικό σύστημα δεν αφήνει ουσιαστικά περιθώρια επιβίωσης σε τρίτες πολιτικές δυνάμεις, επιλέγουν να δρουν μέσα από τις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών, επιχειρώντας να μετατοπίσουν συνολικά το κόμμα προς τα Αριστερά.

Το μοντέλο αυτό αποδεικνύεται μέχρι στιγμής αποτελεσματικό, καθώς επιτρέπει στους υποψηφίους τους να αξιοποιούν τον εκλογικό μηχανισμό των Δημοκρατικών, χωρίς να εγκαταλείπουν το ιδεολογικό τους στίγμα.

Το πολιτικό τους αφήγημα επικεντρώνεται κυρίως στην αντιμετώπιση της ακρίβειας, στην ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, στη δημόσια υγεία, στη στέγαση, στην προστασία των εργαζομένων και στην αμφισβήτηση της οικονομικής ισχύος των μεγάλων επιχειρήσεων.

Παράλληλα, η στάση τους απέναντι στο Ισραήλ αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο της ταυτότητάς τους, καθώς ζητούν τον τερματισμό της στρατιωτικής βοήθειας προς το Τελ Αβίβ και ασκούν ιδιαίτερα σκληρή κριτική στις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα. Το ζήτημα αυτό έχει εξελιχθεί ίσως στη βαθύτερη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην παραδοσιακή ηγεσία των Δημοκρατικών και στη νέα Αριστερή γενιά.

Η επόμενη μεγάλη δοκιμασία βρίσκεται πλέον στο Μίσιγκαν και στο Ουισκόνσιν. Οι DSA έχουν μεταφέρει εκεί οργανωτές, εθελοντές και οικονομικούς πόρους, στηρίζοντας την υποψηφιότητα του Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν και της Φραντσέσκα Χονγκ για τη θέση του κυβερνήτη του Ουισκόνσιν. Σε αντίθεση με τις ασφαλείς Δημοκρατικές περιφέρειες της Νέας Υόρκης, οι δύο αυτές πολιτείες αποτελούν πραγματικά πεδία μάχης.

Σύμφωνα με αναλυτές, εάν οι υποψήφιοι που στηρίζονται από την προοδευτική πτέρυγα καταφέρουν να επικρατήσουν και εκεί, τότε η συζήτηση δεν θα αφορά πλέον απλώς την επιρροή των DSA στο εσωτερικό των Δημοκρατικών, αλλά τη δυνατότητά τους να καθορίζουν την εκλογική στρατηγική του κόμματος σε εθνικό επίπεδο.

Ενα ζήτημα είναι το κατά πόσον αυτή η δυναμική μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε εσωκομματική διάσπαση. Προς το παρόν, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό. Το εκλογικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών αποθαρρύνει τη δημιουργία βιώσιμων τρίτων κομμάτων και οι ίδιοι οι DSA έχουν επενδύσει στρατηγικά στην κατάκτηση του Δημοκρατικού Κόμματος «εκ των έσω». Ωστόσο, η ένταση μεταξύ της κομματικής ηγεσίας και της αριστερής πτέρυγας είναι πλέον εμφανής.

Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ παρακολουθεί τις εξελίξεις με εμφανή ικανοποίηση. Εδώ και εβδομάδες χαρακτηρίζει τους DSA και τους συμμάχους τους «κομμουνιστές», παρουσιάζοντάς τους ως τη μεγαλύτερη απειλή που έχει αντιμετωπίσει ποτέ η Αμερική.

Οι δηλώσεις του περί «καρκίνου» που απειλεί τη χώρα ή περί της μεγαλύτερης απειλής από την ίδρυσή της εντάσσονται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική. Στην πραγματικότητα, όμως, η στρατηγική του είναι περισσότερο εκλογική παρά ιδεολογική.

Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί Ρεπουμπλικανοί αντιμετωπίζουν την άνοδο των DSA σχεδόν ως πολιτικό δώρο, καθώς λειτουργεί ως ένα ιδιότυπο «αριστερό MAGA».

Όπως το σύνθημα του MAGA λειτούργησε ως μηχανισμός συσπείρωσης της αμερικανικής συντηρητικής βάσης, έτσι και η ανάδειξη μιας ισχυρής αριστερής πτέρυγας στους Δημοκρατικούς επιτρέπει στον Τραμπ να αναβιώνει τα αντανακλαστικά του Ψυχρού Πολέμου και να επαναφέρει στο προσκήνιο το αφήγημα περί «κομμουνιστικής απειλής».

Η πρόσφατη επικοινωνία της Κάμαλα Χάρις με τον Μαμντάνι ερμηνεύθηκε από πολλούς ως μια προσπάθεια διατήρησης διαύλων επικοινωνίας με μια πολιτική δύναμη που πλέον δεν μπορεί να αγνοηθεί. Οπως σχολιάζει η «El Pais», κάποιοι διερωτώνται αν η άνοδος αυτή μπορεί να συμβάλει στην προσέλκυση ψηφοφόρων στο Δημοκρατικό Κόμμα ή αντίθετα να οδηγήσει κεντρώους να ψηφίσουν Ρεπουμπλικανούς ή να μείνουν στο σπίτι. Αλλοι προεξοφλούν ότι δεν θα υπάρξει αισθητή διαφορά.