Στιγμή υψηλής ιστορικής σημασίας και εθνικής υπερηφάνειας αποτέλεσε η πρώτη θριαμβική εμφάνιση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στο περίφημο συναυλιακό μέγαρο «Κονσέρτχεμπαου» του Άμστερνταμ, στις 10/10/2026, παρουσιάζοντας το ίδιο πρόγραμμα με το οποίο άνοιξε, δύο ημέρες πρωτύτερα, τη νέα σεζόν του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.
Σε αμφότερες, το κορυφαίο ελληνικό σύνολο πλαισιώθηκε από δύο νέες σολίστ: τη Μολδαβή βιολίστρια Αλεξάντρα Κονούνοβα, ερμηνεύοντας το κοντσέρτο για βιολί του Μπετόβεν, και την Αμερικανοκορεάτισσα τσελίστρια Χάννα Κιμ στο κοντσέρτο για βιολοντσέλο αρ. 1 του Σαιν-Σανς.
Προς εξισορρόπηση, τέλος, προτάθηκε η Συμφωνία αρ. 9 του Σοστακόβιτς, σε μία υποδειγματικά διαμορφωμένη εκτέλεση από τον έμπειρο αρχιμουσικό και καλλιτεχνικό διευθυντή της ΚΟΑ Λουκά Καρυτινό.
Η επιτυχία της εναρκτήριας αθηναϊκής συναυλίας (8/10) δημιούργησε, ήδη, μεγάλες προσδοκίες για το ιστορικό ντεμπούτο της αρχαιότερης ελληνικής συμφωνικής ορχήστρας σε μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες -και με παγκοσμίως κορυφαία ακουστική- αίθουσες.
Στη «μεγάλη σάλα» του Κονσέρτχεμπαου, οι μουσικοί της Κρατικής παρατάχθηκαν κλιμακωτά, υπό τη σκιά του επιβλητικού ξύλινου οργάνου, ενώ Κονούνοβα και Καρυτινός κατήλθαν το κόκκινο χαλί της μακρόστενης σκάλας.
Τους πέντε υπόκωφους κτύπους των τυμπάνων ακολούθησε μία πειστική ορχηστρική εισαγωγή στο μπετοβενικό κοντσέρτο, με ωραία πλαστικότητα στα έγχορδα και διαφανείς συνεισφορές από τα ξύλινα πνευστά. Η απαστράπτουσα βιολίστρια όρμησε με σιγουριά στο σολιστικό σκέλος, προτείνοντας μία καθαρόαιμα ρομαντικής αισθητικής ανάγνωση, με αργή αλλά σταθερή δραματουργική ανάπτυξη του μουσικού θεματικού υλικού.
Την ερμηνευτική της προσέγγιση, που ακολούθησε η ορχήστρα, υποστήριξε η Κονούνοβα με θαυμαστή τεχνική αρτιότητα: λυρικά βιμπράτι, τρίλιες ακριβείας, ευαίσθητες δυναμικές, συνδυάστηκαν με κρυστάλλινη άρθρωση -ιδιαίτερα στην εντυπωσιακής δεξιοτεχνίας καντέντζα. Η συνεπής αφηγηματική ροή της διατηρήθηκε στο δεύτερο αργό μέρος, όπου ικανοποίησε κυρίως με τις φροντισμένες φωτοσκιάσεις το ελαστικό της φραζάρισμα και τις καθαρές μελωδικές γραμμές.
Στο καταληκτικό ροντό, η διάχυτη θεατρικότητα και η χορευτική σπιρτάδα που επέδειξε η σολίστ στη συναυλία της Αθήνας, περιορίστηκε αισθητά σε μία πιο συγκρατημένη και προσεκτική εμφάνιση για την αντίστοιχη στο Άμστερνταμ.
Το κοινό, πάντως, της ολλανδικής πρωτεύουσας επιδοκίμασε με το χειροκρότημά του την ερμηνεία της Κονούνοβα, η οποία προσέφερε ως ανκόρ μία ορθοτονικά αψεγάδιαστη «Σαραμπάντ» από τη Δεύτερη Παρτίτα για βιολί του Γ.Σ. Μπαχ.
Το διάλειμμα διαδέχθηκε η μετάκληση της νεαρής, κορεατικής καταγωγής, τσελίστριας Χάννα Κιμ, η οποία αναμετρήθηκε με το δημοφιλές κοντσέρτο για βιολοντσέλο αρ. 1 του Καμίγ Σαιν-Σανς. Από τα πρώτα μέτρα, το παίξιμο της σολίστ εμφάνισε κάποια εκφραστική εσωστρέφεια και δεν αξιοποίησε τα εξαιρετικά σόλι της ορχήστρας για ανάπτυξη γλαφυρού διαλόγου στις ερωταπαντήσεις του α’ μέρους.
Η τεχνική της επάρκεια διασφάλισε μία ικανοποιητικά ομαλή και στρωτή εκτέλεση, που όμως υπονομεύθηκε από το έλλειμμα σε
μέγεθος-έκθεση ήχου και από υφολογικά ασαφή παραγραφοποίηση μεταξύ των μερών. Εντούτοις, ιδιαίτερα ευχαρίστησαν η πειστική επανέκθεση του εναρκτήριου θέματος στο γ’ μέρος από την τσελίστρια και η ισορροπημένη ορχηστρική συνοδεία υπό τον Καρυτινό.
Εδώ, να επισημανθεί ότι προς αποφυγήν ασυμμετρίας προγράμματος, καλό θα ήταν να τηρείται η αναλογία ενός κοντσέρτου-μίας συμφωνίας, ενώ ευκταία θα ήταν η συμπερίληψη έργων και σολίστ ελληνικής καταβολής για τις περιοδείες.
Αναμφίβολα, κορύφωση της όλης βραδιάς αποτέλεσε η παρουσίαση της Συμφωνίας αρ. 9 σε μι ύφεση μείζονα του Ντμίτρι Σοστακόβιτς από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Ίσως η πιο ιδιαίτερη και συντομότερη από τις συμφωνίες του, η Ενάτη, ξάφνιασε το σοβιετικό κατεστημένο όταν πρωτοπαίχτηκε στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, καθώς αντί για το μεγαλοπρεπές και εορταστικό της νίκης έργο που αναμενόταν, ο Σοστακόβιτς συνέθεσε μία παρωδία εμβατηρίου, με πανέξυπνες μουσικές αναφορές, κωμικές ατάκες και πρωτότυπη ενορχήστρωση.
Τα στοιχεία αυτά ανέδειξε ανάγλυφα η ερμηνεία του Καρυτινού, με σταθερά ζωηρό τέμπο και ανάλαφρο βηματισμό στο πρώτο μέρος, κατευθύνοντας μία ορχήστρα σε άριστη φόρμα. Για τη θαυμαστή ευλυγισία τους στα σβέλτα περάσματα ξεχώρισαν τα υπό τον Γραμματικόπουλο βιολιά, συνομιλώντας με τις άρτια συγχρονισμένες υπό τον Λιβιεράτο βιόλες και με τα πάντα γλυκόηχα βιολοντσέλα υπό τον Γαβριηλίδη-Πέτριν.
Καθόλα απολαυστικές υπήρξαν οι συνεισφορές των ξύλινων πνευστών, εκ των οποίων διακρίθηκε το εκφραστικό κλαρινέτο του Γιαννάκα, το διαυγές φλάουτο της Πιλαφτσή, αλλά κυρίως το μελαγχολικό σόλο φαγκότο του Οικονόμου στο αργό μέρος. Εξίσου ικανοποιητικά στάθηκαν τα χάλκινα πνευστά, με τις γκροτέσκες φανφάρες από τα κόρνα του Σίσκου, τις σαρκαστικές παρεμβάσεις από τα τρομπόνια του Αυγερινού και το μιλιταριστικό παιάνισμα της τρομπέτας του Καραμπέτσου.
Κρίσιμη, τέλος, αποδείχθηκε η συνεισφορά του Δεσύλλα στα τύμπανα, προσδίδοντας τον ρυθμικά αναγκαίο ωστικό παλμό για ένα εντυπωσιακό φινάλε. Το μουσικόφιλο κοινό του Κονσέρτχεμπαου χειροκρότησε όρθιο την ορχήστρα και τον μαέστρο, οι οποίοι αντιχάρισαν ως ανκόρ έναν φλογερό «Ηπειρωτικό χορό» του Σκαλκώτα, ολοκληρώνοντας, έτσι, μία πραγματικά αξιομνημόνευτη περιοδεία.