Η κρίση χρέους και οι «τιμωροί των ομολόγων»

Τα μεγάλα και διογκούμενα δημοσιονομικά ελλείμματα και οι αυξανόμενοι δείκτες δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ στις προηγμένες οικονομίες προκαλούν αναστάτωση στις αγορές. Καθώς τα επιτόκια του κρατικού χρέους έχουν φτάσει σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, η άνοδος των αποδόσεων των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων ομολόγων έχει εγείρει αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα ορισμένων δημόσιων χρεών, οδηγώντας πολλούς να αναρωτιούνται αν επίκειται κάποια κρίση.

Δεν υπάρχει απλή απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μια χώρα διαθέτει σημαντικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία – όπως συναλλαγματικά διαθέσιμα που κατέχει η κεντρική τράπεζα, ή στοιχεία ενεργητικού που βρίσκονται στην κατοχή κρατικών επενδυτικών ταμείων ή άλλων δημόσιων ταμείων – γεγονός που καθιστά το καθαρό χρέος χαμηλότερο από το ακαθάριστο χρέος. Ωστόσο, σε πολλές κοινωνίες που γερνούν, οι έμμεσες υποχρεώσεις που απορρέουν από μη χρηματοδοτούμενα συνταξιοδοτικά ταμεία και συστήματα υγειονομικής περίθαλψης είναι ήδη μεγαλύτερες από το επίσημο δημόσιο χρέος της χώρας, πράγμα που σημαίνει ότι η κατάσταση είναι χειρότερη απ’ ό,τι φαίνεται.

Ενας δεύτερος κρίσιμος παράγοντας είναι η οικονομική ανάπτυξη. Εάν η μέση απόδοση του δημόσιου χρέους είναι χαμηλότερη από τον ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, και εάν το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο δεν είναι υπερβολικά ελλειμματικό, τότε ο δείκτης δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ θα μειώνεται με την πάροδο του χρόνου.

Μια τρίτη παράμετρος είναι ότι η έκδοση ενός παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος ή ο δανεισμός στο εθνικό νόμισμα προσφέρει πλεονεκτήματα.

Μια τέταρτη παράμετρος αφορά την πειθαρχία που επιβάλλει η αγορά μέσω των λεγόμενων «τιμωρών των ομολόγων» (bond vigilantes). Μια άνοδος στις αποδόσεις των ομολόγων ή στα περιθώρια απόδοσης (spreads) μιας χώρας μπορεί να αναγκάσει τις δημοσιονομικές Αρχές να περικόψουν δαπάνες ή να αυξήσουν τους φόρους προτού εκδηλωθεί κρίση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αγορά προλαμβάνει μια βαθύτερη κρίση – όπως συνέβη κατά τη διάρκεια της ιστορικά σύντομης θητείας της βρετανίδας πρωθυπουργού Λιζ Τρας. Σε άλλες περιπτώσεις, ωστόσο –όπως στην περίπτωση της Ελλάδας – απαιτείται μια επίσημη κρίση χρέους για να επιβληθεί η δημοσιονομική λιτότητα, καθώς και η αναδιάρθρωση ή η μείωση του χρέους που κρίνονται απαραίτητες.

Τέλος, υπάρχει πάντα η επιλογή των χρηματοοικονομικών τεχνασμάτων, όπως η πρόσφατη προσπάθεια του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ να μειώσει τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων μέσω επαναγορών χρέους. Τέτοιου είδους πρακτικές είναι καταδικασμένες να αποτύχουν, όπως διαπίστωσαν όλοι ιδίοις όμμασι φέτος. Στην αγορά κρατικού χρέους, η οποία ανέρχεται σε τρισεκατομμύρια δολάρια, κανείς δεν μπορεί σοβαρά να ισχυριστεί ότι ελέγχει το «παιχνίδι» – ούτε καν ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ.

Μακροπρόθεσμα, μόνο η δημοσιονομική πειθαρχία και η υψηλότερη δυνητική ανάπτυξη –τροφοδοτούμενη από τεχνολογικές καινοτομίες – μπορούν να οδηγήσουν σε αίσια έκβαση. Μένει να ελπίζουμε ότι οι «τιμωροί των ομολόγων» θα καταφέρουν να επιβάλουν δημοσιονομική πειθαρχία εκ των προτέρων, προτού μια απότομη διακοπή των εισροών κεφαλαίων πυροδοτήσει κρίση χρέους. Η Γαλλία είναι η πρώτη χώρα που χρήζει προσοχής, αλλά σίγουρα δεν είναι η μόνη.

Ο Νουριέλ Ρουμπινί είναι ανώτερος οικονομικός στρατηγικός σύμβουλος στη Hudson Bay Capital Management και ομότιμος καθηγητής στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων Stern του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης