Μετά το Brexit κανένας πρωθυπουργός δεν έχει μείνει στο νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ πάνω από τρία χρόνια και 45 μέρες (ο Μπόρις Τζόνσον κατέχει αυτό το «ρεκόρ»). Ο επικεφαλής της ελληνικής κυβέρνησης, που θα διεκδικήσει μια τρίτη θητεία, έχει επικαλεστεί τις κυβερνητικές κρίσεις αλλού στον δυτικό κόσμο ως παραδείγματα προς αποφυγή, προκειμένου να ενισχύσει την απήχηση του γαλάζιου αφηγήματος της σταθερότητας.
Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μια χώρα που αναμφίβολα έχει καταστεί μη διακυβερνήσιμη. Η επικαιρότητά της αναδεικνύει τα ρίσκα που ενέχει η πολιτική αστάθεια. Κι όμως, υπάρχει κάτι που κλυδωνίζεται κι εκεί κι εδώ: ο δικομματισμός. Τόσο ο βρετανικός όσο κι ο ελληνικός υπήρξαν από τους σταθερότερους στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Σήμερα, τίποτα δεν θυμίζει τα περασμένα μεγαλεία τους.
Η σχετική συζήτηση ξεκίνησε στη Μεγάλη Βρετανία προτού ανακοινώσει – με έναν πνιχτό λυγμό – ο Κιρ Στάρμερ πως θα παραιτηθεί. Σύμφωνα με όσα έχει γράψει στο μπλογκ της στην ιστοσελίδα της LSE η καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών του πανεπιστημίου, Σάρα Χόμπολτ, το Reform του Νάιτζελ Φάρατζ «ήταν ο καθαρός νικητής των τοπικών και περιφερειακών εκλογών του 2026. Πέρα όμως από τους άμεσους νικητές και χαμένους, αυτές οι εκλογές σηματοδοτούν κάτι πιο σημαντικό: την κατάρρευση της κυριαρχίας του δικομματισμού στη βρετανική πολιτική σκηνή».
Στην ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων από το BBC, φάνηκε πως αν στη χώρα στήνονταν εθνικές κάλπες αμέσως μετά, πάνω από τα δύο τρίτα του εκλογικού σώματος θα στήριζαν άλλα κόμματα, όχι τους Εργατικούς και τους Τόρις – αμφότεροι θα έπιαναν κάτω από 20% ο καθένας.
Κάτι ανάλογο έχει επισημάνει στον τηλεοπτικό σταθμό ITV η καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Βρετανικής Πολιτικής στην Οξφόρδη, Τζέιν Γκριν. Παρότι είθισται στις τοπικές εκλογές οι Βρετανοί να ψηφίζουν μικρά κόμματα, οι τελευταίες «ίσως είναι ένα σημάδι ότι τα αντισυστημικά κόμματα δεν είναι πλέον αντισυστημικά και η ψήφος σ’ αυτά σε μια εθνική αναμέτρηση μπορεί να μη θεωρείται πια χαμένη», έλεγε τον Μάιο.
O ρόλος του Brexit
Το κομματικό σύστημα της Γηραιάς Αλβιώνος έχει αρχίσει εδώ και καιρό να μοιάζει με τα ευρωπαϊκά, παρατηρούν πολιτικοί αναλυτές στο Νησί. Οι ανταγωνισμοί μεταξύ πολλών έχουν αντικαταστήσει εκείνον ανάμεσα σε δύο, περιπλέκοντας σημαντικά τη μεγάλη εικόνα και φέρνοντας πολιτική αβεβαιότητα ιταλικού (προ Μελόνι) τύπου. Τα κόμματα εξουσίας χάνουν έδαφος. Η κομματική σύγκρουση διαμορφώνεται από τις λεγόμενες πολιτικές των ταυτοτήτων. Η λαϊκίστικη Ακροδεξιά προελαύνει.
Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι τo Brexit επιτάχυνε την πτώση του δικομματισμού, ενώ δέκα χρόνια αργότερα ο διχασμός που προκάλεσε συνεχίζει να επηρεάζει το πολιτικό σκηνικό. Ο διπολισμός χτίστηκε πάνω σε σχετικά ισχυρές κομματικές ταυτίσεις, οι οποίες δημιουργήθηκαν από τις σταθερές ταξικές ταυτότητες (απ’ αυτό που οι Βρετανοί ονομάζουν «ταξική αφοσίωση»). Σήμερα, ωστόσο, οι παραδοσιακοί διαχωρισμοί έχουν αλλάξει. Τα νέα μπλοκ είναι εκείνο του Leave και του Remain, υποστηρίζουν μελετητές της κατάστασης εκεί.
Annus horribilis το 2012
Προτού κλονιστεί το βρετανικό δικομματικό σύστημα, είχε τραγουδήσει το καναρίνι στο βαλκανικό άκρο της Ευρώπης. Η περίπτωση του ελληνικού είχε δείξει πως το μοντέλο πλησιάζει στα όριά του από τη χρονιά που το ΠΑΣΟΚ έχασε τη θέση του εκεί κι ένα μικρό, ριζοσπαστικό, κόμμα την κατέλαβε.
Στο μεγαλύτερο μέρος της Μεταπολίτευσης ο εκλογικός χάρτης βαφόταν πράσινος ή γαλάζιος – και το γαλαζοπράσινο κάλυπτε τα περισσότερα έδρανα σε κάθε Βουλή. Το annus horribilis του εγχώριου δικομματισμού ήταν το 2012. Τότε, το χρώμα του Κινήματος εξαφανίστηκε και στις πρώτες εκλογές του Μαΐου ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ έγραψαν μαζί μόλις 35,63%. Τον Ιούνιο ανέβηκαν στο 56,55%. Τον Ιανουάριο του 2015, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ συγκέντρωσαν μαζί 64,15%, ενώ τον Σεπτέμβριο 63,55%. Το 2019, παρατηρήθηκε ανάκαμψη, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ έφτασαν το 71,38%. Το 2023, το άθροισμά τους ξανάπεσε. Τον Μάιο, έπιασαν 60,86% και τον Ιούνιο 58,39%.
Στην αρχή της πρώτης τετραετίας της μητσοτακικής διακυβέρνησης, οι έλληνες αναλυτές χαρακτήριζαν τον δικομματισμό «καχεκτικό», «συρρικνωμένο» ή «ατελή», επειδή τα νούμερά του απείχαν αρκετά από εκείνα του ένδοξου παρελθόντος του. Το 1985, φέρ’ ειπείν, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ είχαν λάβει 86,67% της λαϊκής ψήφου, τον Νοέμβριο του 1989, 86,86% (πρόκειται για τα δύο ιστορικά υψηλότερα σημεία του, στα οποία ωθήθηκε από την ακραία πόλωση εκείνης της εποχής).
Το δε 1996 πήραν 79,61%, το 2000, 86,5% και το 2004, 85,9%. Στις αρχές της χιλιετίας, ο ελληνικός δικομματισμός ήταν ο ισχυρότερος μεταξύ των κρατών – μελών της ΕΕ, έχει παρατηρήσει ο Γιάννης Μαυρής.
Σύστημα του «ενάμιση κόμματος»
Μετά τη λαϊκή ετυμηγορία του 2023 και την εκλογική καθίζηση του ΣΥΡΙΖΑ, επισημοποιήθηκε ο όρος «σύστημα του ενάμιση κόμματος», ο οποίος ακουγόταν τα προηγούμενα χρόνια. Την τελευταία τριετία, κανένα δεύτερο, κοινοβουλευτικά ή δημοσκοπικά, κόμμα δεν έχει κατορθώσει να αφήσει τη μικρομεσαία λίγκα. Δημοσκόποι κι εκλογολόγοι επιμένουν ότι κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν αντιμετωπίζεται από την κοινή γνώμη ως αξιόπιστη κυβερνητική εναλλακτική. Γι’ αυτό, συμπληρώνουν, ούτε ένα μέχρι τώρα δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει σημαντικές εισροές από την υπολογίσιμη σε μέγεθος γκρίζα ζώνη των αναποφάσιστων. Ετσι, ο άλλος πόλος ακόμη αναζητείται.