Ολα άρχισαν το 1978 στην αυλή ενός σχολείου, στο Σέφιλντ, όπου ο 15χρονος Τζάρβις Κόκερ συναντήθηκε με τον 14χρονο Πίτερ Ντάλτον και αποφάσισαν να κάνουν ένα συγκρότημα. Ο Κόκερ ήθελε να το ονομάσει Pulp, επηρεασμένος από την ομότιτλη βρετανική κωμωδία – θρίλερ του 1972. Στην συνέχεια, εμπνεύστηκαν από ένα φύλλο των «Financial Times» που ανέφερε τον κόκκο καφέ Arabicas και, με μια μικρή αλλαγή στην ορθογραφία, πήραν το όνομα Arabicus Pulp.
Με μέλη τους Κόκερ, Ντάλντον και δύο φίλους τους, τους Ντέιβιντ «Fungus» Λόκγουντ και Μαρκ Σουίφτ, το συγκρότημα έδωσε την πρώτη του δημόσια συναυλία στο Κέντρο Τεχνών του Ρόδεραμ τον Ιούλιο του 1980. Αργότερα την ίδια χρονιά, ο Κόκερ γνώρισε τον μελλοντικό μέλος Ράσελ Σίνιορ.
Στο κρίσιμο και εμπορικό τους απόγειο, ως Pulp πια, το συγκρότημα αποτελούνταν από τους Τζάρβις Κόκερ (φωνητικά, κιθάρα, πλήκτρα), Ράσελ Σίνιορ (κιθάρα, βιολί), Κάντιντα Ντόιλ (πλήκτρα), Νικ Μπανκς (ντραμς, κρουστά), Στιβ Μακέι (μπάσο) και Μαρκ Γουέμπερ (κιθάρα, πλήκτρα). Οι «kitchen sink drama» στίχοι του συγκροτήματος (από το πολιτιστικό κίνημα κοινωνικού ρεαλισμού του ’50 και του ’60 που διερευνούσε τις ζωές και τα προβλήματα των Βρετανών της εργατικής τάξης), σε συνδυασμό με τις αναφορές του στη βρετανική κουλτούρα, οδήγησαν τους Κόκερ και Pulp να γίνουν οι «απρόθυμες» ηγετικές φυσιογνωμίες του κινήματος Britpop.
Το ντοκιμαντέρ «Pulp: Και τώρα τι παίζουμε;» (Pulp: What do you do for an encore?) ή καλύτερα η μουσική ταινία διάρκειας 1 ώρας και 38 λεπτών που υπογράφει ο σκηνοθέτης Γκαρθ Τζένινγκς ακολουθεί τους Pulp στη θριαμβευτική τους συναυλιακή και μουσική επιστροφή. Το συγκρότημα κυκλοφόρησε το «We Love Life» το 2001 και στη συνέχεια έκανε ένα δεκαετές διάλειμμα, έχοντας πουλήσει περισσότερα από 10 εκατομμύρια δίσκους. Επανενώθηκαν το 2011 για να παίξουν σε πολλά φεστιβάλ και ξανά το 2022. Τον Ιούνιο του 2025 κυκλοφόρησαν το όγδοο άλμπουμ τους «More» και εμφανίστηκαν στο φεστιβάλ Glastonbury, με διθυραμβικές κριτικές.
Το στοίχημα της ταινίας
Πώς, λοιπόν, ένα συγκρότημα όπως οι Pulp, που ξεκίνησε το 1978, διατηρείται ακόμη φρέσκο και δημιουργικό; Αυτό, κυρίως, προσπαθεί – μεταξύ άλλων – να απαντήσει η ταινία, η οποία περιλαμβάνει τις θριαμβευτικές συναυλίες του ομώνυμου συγκροτήματος το 2025 στην Ο2 Arena του Λονδίνου.
Ξεκινά με τον τραγουδιστή Τζάρβις να συνομιλεί με τον σκηνοθέτη για το τι πρόκειται να παρακολουθήσουμε. Εναλλαγές σε όλο το ζωντανό υλικό, αρχειακό υλικό και συνεντεύξεις αποκαλύπτουν τις άκομψες αρχές, τους βασικούς μουσικούς, τα διαλείμματα της διαδρομής τους, το νέο υλικό και το μέλλον. Παραδόξως, είναι η συναυλία και όχι το ντοκιμαντέρ που αποδεικνύεται πιο συναρπαστικό. Το τελευταίο επιμένει σε γνωστές ιστορίες για όποιον γνωρίζει την κουλτούρα της δεκαετίας του ’90.
Το φιλμ παρουσιάζει το συγκρότημα ως συγκρότημα, αντί για τους… Jarvis and the Pulps, έναν διαχρονικό κίνδυνο λόγω της εκρηκτικής παρουσίας του χαρισματικού frontman. Ομοίως, ο σκηνοθέτης παρουσιάζει κάθε τραγούδι ως ξεχωριστή οπτική παράσταση, αντλώντας έμπνευση από την ιστορία των Pulp χωρίς απλώς να την αναδημιουργεί.
Φαίνεται πάντως ότι δεν υπάρχει ακόμη encore. Δεν αποτελεί αυθαίρετο συμπέρασμα αλλά δήλωση του Τζάρβις: «Η ιστορία των Pulp δεν έχει τελειώσει». Σαράντα χρόνια μετά την έναρξη της καριέρας τους, δεν έχουν υποστείλει τη σημαία τους.