Οι γειτονιές έχουν τους δικούς τους κανόνες. Εχουν πρόσωπα που γνωρίζονται μεταξύ τους, πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν, μικρές συμμαχίες, παρεξηγήσεις, γέλια και ιστορίες που συχνά αξίζουν περισσότερο από όσο δείχνουν.
Σ’ αυτό το σκηνικό τοποθετείται η «Νταντά της γειτονιάς», η νέα κωμική σειρά που έρχεται αυτόν τον μήνα στο Mega και βρίσκει την κωμωδία μέσα στην καθημερινότητα και τους ήρωές της σε μια γειτονιά του Περιστερίου. Η ιστορία της αρχίζει να ξετυλίγεται όταν ένας συνταξιούχος δάσκαλος και χήρος, από ένα γραφειοκρατικό λάθος, βρίσκεται να είναι η νταντά μιας νεαρής γυναίκας που μεγαλώνει μόνη της τα δύο παιδιά της. Ανάμεσα στα πρόσωπα που δίνουν ζωή σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο κόσμο είναι και η Βάνα Ραμπότα.
«Υποδύομαι τη Μαίρη, μια ζωγράφο, καλλιτέχνιδα, που έχει αφήσει τον δυτικό τρόπο ζωής κι είναι περισσότερο κοντά στη φιλοσοφία της φύσης. Είναι μια γυναίκα η οποία κοιτάει μέσα στον καθέναν το φως, την αλήθεια του, κι αυτό με αγγίζει σαν άνθρωπο. Γιατί σε κάθε σκοτάδι υπάρχει κι ένα φως, σε κάθε δυσκολία και μια ευκολία. Δεν είναι ποτέ τίποτα μαύρο γιατί υπάρχει και το άσπρο.
Αυτή η φιλοσοφία της Μαίρης εντάσσεται μέσα σ’ ένα λίγο κωμικό περιβάλλον της σειράς. Μου αρέσει πάρα πολύ γιατί δεν είναι εντελώς κωμική ούτε φιλοσοφική αλλά δραματικά φιλοσοφημένη. Είναι μια μεγάλη πρόκληση για τον ηθοποιό αν θέλει ν’ αναμετρηθεί με τον εαυτό του αφού του δίνεται η ευκαιρία να κάνει πράγματα, κι εγώ είμαι ένας άνθρωπος που πάντα μου άρεσε να δοκιμάζω συνέχεια καινούργια πράγματα. Θεωρώ τον εαυτό μου ταξιδιώτη σ’ αυτή τη ζωή και δεν θέλω ούτε να στέκομαι ούτε να λιμνάζω πουθενά», αναφέρει η Βάνα Ραμπότα μιλώντας στο «Νσυν».
Σε μια σειρά όπου οι χαρακτήρες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στο χιούμορ και τις πιο καθημερινές στιγμές, η ηθοποιός υπηρετεί το σενάριο, αφήνοντας χώρο για το ένστικτό της και χτίζοντας την ηρωίδα της μέσα από τις λεπτομέρειες.
«Συνηθίζω να δουλεύω το κείμενο μελετώντας το στο σπίτι, ώστε μετά, στο γύρισμα, να μπορώ να το αποδομήσω. Είμαι πολύ προετοιμασμένη ώστε μετά να μπορέσω να το κάνω κομμάτια για ν’ ανταποκριθώ στο ζητούμενο του σκηνοθέτη ή των άλλων συναδέλφων. Τη Μαίρη την αντιμετωπίζω σαν μια καρικατούρα, σαν έναν άνθρωπο που έχει ένα φιλοσοφικό βάθος και μέσα απ’ όλα αυτά βγαίνει η χαριτωμενιά που έχει η κωμωδία.
Ο ρόλος έχει δυνατότητες να κάνεις πολλά πράγματα αν θέλεις», δηλώνει η ηθοποιός και συνεχίζει: «Οταν με φώναξαν γι’ αυτή τη δουλειά, εγώ απέφευγα την τηλεόραση για τους δικούς μου λόγους. Ηταν μεγάλο κίνητρο για να δεχτώ ο σκηνοθέτης, ο οποίος είναι ένας εξαιρετικά ταλαντούχος άνθρωπος, που τον εκτιμώ πάρα πολύ από τις προηγούμενες δουλειές του μαζί με όλο το συνεργείο του. Δέλεαρ ήταν επίσης και το σενάριο, το οποίο είχε κάτι για μένα σημαντικό.
Ενώ η νταντά ίσως θυμίζει αντίστοιχες φιγούρες από άλλες ελληνικές και ξένες σειρές, η συγκεκριμένη δουλειά φέρνει πολλούς διαφορετικούς ήρωες μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα, η “Νταντά της γειτονιάς” είναι ένας τίτλος – ομπρέλα που περικλείει πολλά πράγματα. Είναι σαν αυτοί οι άνθρωποι να έρχονται κοντά σε μια κοινή στιγμή στην πορεία της ζωής τους, σαν δεύτερη ευκαιρία. Οι ρόλοι δεν είναι περιγραφικοί, βλέπω την αλήθεια τους, κι αυτό με συγκίνησε πάρα πολύ».
Ενα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της σειράς είναι ότι στην ιστορία της η έννοια της οικογένειας φαίνεται να ξεπερνά τους δεσμούς αίματος κι αναφέρεται σε κάτι πιο ουσιαστικό, τους ανθρώπους που επιλέγουμε να έχουμε δίπλα μας να μας στηρίζουν χωρίς να το επιβάλλει κανένας συγγενικός δεσμός. «Αυτό το βιώνω προσωπικά γιατί δεν έχω παντρευτεί, δεν έχω κάνει παιδιά, αλλά έχω πολλές οικογένειες που είναι οι φίλοι μου, οι συνεργάτες μου. Σέβομαι την οικογένεια με τη στενή έννοια, μου αρέσει, αλλά ο κάθε άνθρωπος για κάποιους λόγους που δεν καθορίζονται πάντα από εκείνον, ακολουθεί μια άλλη οδό. Πιστεύω ότι η οικογένεια γίνεται και με ανθρώπους που δεν συνδέεσαι με το αίμα ή τον γάμο», επισημαίνει η Βάνα Ραμπότα.
Η επιστροφή της γειτονιάς
Μαζί με την οικογένεια, η «Νταντά της γειτονιάς» θυμίζει μια έννοια η οποία μοιάζει να έχει ξεθωριάσει από την καθημερινότητά μας, τη γειτονιά ως έναν μικρό κοινωνικό ιστό, όπου οι άνθρωποι γνωρίζονται, νοιάζονται, παρεμβαίνουν.
«Τις γειτονιές τις δημιουργεί η θέληση των ανθρώπων να έρθουν κοντά. Το βλέπω γιατί έχω φίλους σε ευρύτερες γειτονιές, όπως η Κυψέλη, τα Εξάρχεια, τα Ιλίσια. Σε μέρη όπου οι άνθρωποι έχουν τη θέληση να βρεθούν κι αρχίζουν και ξεπηδάνε μαγαζάκια, μικρά καφενεδάκια που την τελευταία δεκαετία δεν υπήρχαν. Είναι τα μαγαζιά αυτά όπου έρχονται για λίγο οι άνθρωποι να πιουν έναν καφέ, μια μπίρα, κάτι να συζητήσουν και να βρεθούν. Μ’ αυτή την έννοια έχουν δημιουργηθεί ξανά οι γειτονιές κι είναι υπέροχο αυτό. Οφείλεται δε στους νέους ανθρώπους, οι οποίοι ξεκίνησαν να βγαίνουν από το σπίτι για να συναντηθούν με τον άγνωστο που μπορεί να γίνει φίλος τους, μ’ έναν γείτονα, απλώς από μία επιθυμία να επικοινωνήσουν», παρατηρεί η ηθοποιός.
Σε μια στιγμή που η τηλεόραση μοιάζει να ξαναβρίσκει χώρο για ιστορίες με επίκεντρο τους ανθρώπους και τις σχέσεις τους, η Βάνα Ραμπότα επιστρέφει στη μικρή οθόνη, σ’ έναν χώρο που τον γνωρίζει καλά.
«Στη ζωή μου δεν μου αρέσει να βάζω τελείες. Βάζω μόνο άνω τελείες γιατί προτιμώ να χαρακτηρίζω τον εαυτό μου σαν έναν άνθρωπο πολύχρωμο και πολυδιάστατο. Τα χρόνια που δεν έκανα τηλεόραση ήταν για μένα φοβερά γόνιμα στις σπουδές μου, στα ταξίδια, στους μαθητές μου και σε όλα αυτά που ήθελα να κάνω και με διαμόρφωσαν τώρα. Αυτή η δουλειά στην τηλεόραση δεν είναι η Βάνα που ξέρατε. Είναι μια άλλη που έχει διαμορφωθεί στα χρόνια που με είχατε χάσει.
Οπότε δεν ξέρω αν είναι επιστροφή, αλλά ξέρω σίγουρα ότι είμαι μια άλλη γυναίκα. Ενας άνθρωπος που έχει διαμορφωθεί από αυτά που βίωσε. Βρίσκομαι σε μια άλλη πραγματικότητα, ένα άλλο επίπεδο ζωής, ψυχικής, πνευματικής κατάστασης πια. Μ’ αρέσει να αντιμετωπίζω τα πράγματα σαν να είναι η πρώτη φορά κι όχι σαν να τα άφησα κάπου, γιατί αυτό σημαίνει ότι ίσως δεν ήσουν συνεπής, βαρέθηκες, ξεχάστηκες ή απέτυχες. Εγώ δεν αισθάνομαι κάτι τέτοιο. Χαίρομαι πάντως που ξανακάνω κάτι που εύχομαι κι ελπίζω να γνωρίσω μέσα στην καινούργια αυτή εποχή, στην οποία βιώνουμε όλοι καινούργια πράγματα», καταλήγει η Βάνα Ραμπότα.