Μια παλιά, βαθιά φορτισμένη διαμάχη, που αντιπαραθέτει τα δικαιώματα των βρετανών Προτεσταντών με εκείνα των ιρλανδών Καθολικών, αναζωπυρώθηκε, χθες, στη Βόρεια Ιρλανδία, απειλώντας να διαλύσει την υποτιθέμενη κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Εκατοντάδες κάτοικοι της οδού Γκάρβαγκι, ενός καθολικού θυλάκου στην κατά κύριο λόγο προτεσταντική πόλη Πορταντάουν, κοντά στο Μπέλφαστ, πέρασαν όλη τη νύχτα του Σαββάτου προς Κυριακή και όλη τη χθεσινή μέρα στους δρόμους.
Σκοπός τους, να εμποδίσουν μια πορεία του Τάγματος της Οράγγης, της σημαντικότερης προτεσταντικής αδελφότητας της Βόρειας Ιρλανδίας, η οποία απαγορευόταν από το 1998, αφού έχει προκαλέσει μερικές από τις σοβαρότερες και πιο βίαιες ταραχές στην ιστορία της περιοχής, – επιτράπηκε ωστόσο την Παρασκευή από την Επιτροπή Παρελάσεων.
Η επίμαχη Επιτροπή, ένας διορισμένος από τη βρετανική κυβέρνηση φορέας, είχε απορρίψει προηγουμένως περισσότερα από 1.300 αιτήματα του Τάγματος της Οράγγης. Την Παρασκευή, ωστόσο, του έδωσε άδεια να πραγματοποιήσει την πορεία υπό συγκεκριμένους περιορισμούς: μεταξύ άλλων, ο αριθμός των συμμετεχόντων περιορίστηκε στους 35, η έναρξη ορίστηκε για τις 8 το πρωί αντί για τη μία το μεσημέρι, και η πορεία θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σιωπηλά.
Η απόφαση προσβλήθηκε δικαστικά και ανεστάλη το Σάββατο· έπειτα από μια πολύωρη δικαστική μάχη, όμως, ο ανώτατος δικαστής της Βόρειας Ιρλανδίας αποφάνθηκε, τη νύχτα ότι τα δικαστήρια δεν έχουν την εξουσία να ανατρέψουν μια ανεξάρτητη απόφαση της Επιτροπής. Το σκηνικό της αντιπαράθεσης ήταν πια έτοιμο.
Υπό καταρρακτώδη βροχή και μέσα στο κρύο, εκατοντάδες εθνικιστές διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν για να αποκλείσουν τη διαδρομή. Πολλοί πιάστηκαν σύμφωνα με την «Guardian» χέρι-χέρι και τραγουδούσαν, ενώ από μεγάφωνα ακούγονταν ανακοινώσεις ότι κινδύνευαν να συλληφθούν και να διωχθούν ποινικά.
Τα μέλη της Τάγματος της Οράγγης παρέμειναν όλη την ημέρα σε μια εκκλησία, περίπου 1,5 χιλιόμετρο μακριά, από όπου επρόκειτο να ξεκινήσει η πορεία, λέγοντας ότι θα περίμεναν έως ότου η αστυνομία τους ενημέρωνε πως ο δρόμος είχε ανοίξει.
Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της διακοινοτικής κυβέρνησης της Βόρειας Ιρλανδίας – η οποία επανήλθε μόλις πριν από δύο χρόνια, έπειτα από παρατεταμένη πολιτική παράλυση λόγω Brexit – πήραν αντίθετες θέσεις, αυξάνοντας το πολιτικό διακύβευμα.
Το Σιν Φέιν, το ιρλανδικό ρεπουμπλικανικό κόμμα που εκπροσωπεί την πλειονότητα των Καθολικών και έχει εξελιχθεί στο μεγαλύτερο κόμμα της Βόρειας Ιρλανδίας, έδωσε μαζικά το «παρών» στο πλευρό των διαδηλωτών της οδού Γκάρβαγκι. «Οι κάτοικοι δικαιούνται να ζουν χωρίς σεχταριστική παρενόχληση και εκφοβισμό», δήλωσε η πρώτη υπουργός της τοπικής κυβέρνησης και αντιπρόεδρος του Σιν Φέιν, Μισέλ Ο’ Νιλ.
Από την άλλη πλευρά, το κυριότερο φιλοβρετανικό κόμμα της Βόρειας Ιρλανδίας, το Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα (DUP), πήρε το πλευρό των αποκλεισμένων μελών του Τάγματος της Οράγγης, απαιτώντας να εφαρμόσει η αστυνομία την απόφαση της Επιτροπής και να απομακρύνει τους Καθολικούς από τον δρόμο. Την τελευταία φορά που συνέβη, ωστόσο, κάτι τέτοιο, το 1997, ακολούθησαν τρεις νύχτες ταραχών από ιρλανδούς ρεπουμπλικανούς σε ολόκληρη τη Βόρεια Ιρλανδία.
Εκκληση για «ηρεμία από όλες τις πλευρές» απηύθυνε ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Αντι Μπέρναμ, με τον υπουργό του για τη Βόρεια Ιρλανδία, τον Κρις Μπράιαντ, να αποχωρεί από το ετήσιο συνέδριο των Εργατικών στο Λίβερπουλ επιστρέφοντας στο Μπέλφαστ. Εκκληση για ηρεμία απηύθυνε και ο πρωθυπουργός της Ιρλανδίας, Μίχεαλ Μάρτιν, χαρακτηρίζοντας ωστόσο την απόφαση της Επιτροπής Παρελάσεων «ακατανόητη και λανθασμένη».
Στη Βόρεια Ιρλανδία πραγματοποιούνται έως και 4.000 τέτοιες πορείες κάθε χρόνο, κυρίως την άνοιξη και το καλοκαίρι. Οι προτεστάντες τιμούν τη νίκη του Γουλιέλμου της Οράγγης επί του καθολικού βασιλιά Ιακώβου Β΄ στη μάχη του Μπόιν το 1690. Επί δεκαετίες, πολλές από αυτές τις πορείες θεωρούνταν από την καθολική κοινότητα επίδειξη προτεσταντικής ισχύος και σεκταρισμού και αρκετές κατέληγαν σε βίαιες συγκρούσεις.