Μπορεί χρόνο με τον χρόνο οι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας να περιορίζουν τα «ανοίγματα» των ληξιπρόθεσμων οφειλών των πελατών τους, όμως σύμφωνα με τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΑΕΥ) εξακολουθούν να βαραίνουν την αγορά, με την Αρχή να προειδοποιεί ότι το πρόβλημα εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα χρηματοοικονομικού κινδύνου για τους προμηθευτές που τελικά θα επιβαρύνει τους συνεπείς καταναλωτές.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ παραμένουν ένα από τα μεγαλύτερα διαρθρωτικά προβλήματα του κλάδου της ηλεκτρικής ενέργειας.
Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην Ετήσια Εκθεση για τη Λιανική Αγορά Ηλεκτρικής Ενέργειας 2025 της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) δείχνουν ότι οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές πέρυσι διαμορφώθηκαν συνολικά στα 2,975 δισ. ευρώ. Από τις οφειλές αυτές, σχεδόν 1,45 δισ. ευρώ αφορούσαν υφιστάμενους πελάτες των προμηθευτών ενέργειας, ενώ 1,53 δισ. ευρώ αφορούν πελάτες που είχαν ήδη αποχωρήσει αφήνοντας ανεξόφλητες υποχρεώσεις.
Η ΡΑΑΕΥ επισημαίνει ότι, παρά τη βελτίωση, το ύψος των οφειλών εξακολουθεί να επηρεάζει τη βιωσιμότητα των εταιρειών προμήθειας, όσον αφορά τόσο τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου όσο και το επίπεδο του ανταγωνισμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ρυθμιστικής Αρχής, οι παροχές ηλεκτρικού ρεύματος που εμφανίζουν ληξιπρόθεσμες οφειλές πλησιάζουν τα 2,9 εκατομμύρια, σε σύνολο περίπου 7,2 εκατομμυρίων παροχών πανελλαδικά, δηλαδή περίπου τέσσερις στις δέκα παροχές εμφανίζουν ανεξόφλητους λογαριασμούς. Φυσικά οι παροχές αυτές δεν αφορούν μόνο νοικοκυριά αλλά και μικρές επιχειρήσεις, ακόμα και μεγάλες βιομηχανικές μονάδες.
Μάλιστα, άνω του 50% των οφειλών αφορά καταναλωτές που έχουν ήδη αλλάξει προμηθευτή, αφήνοντας χρέη στον προηγούμενο, με αμφίβολη την ανάκτηση των ποσών, καθώς οι ενεργοί πελάτες μπορούν να ενταχθούν σε διακανονισμούς ή άλλες διαδικασίες είσπραξης και να αποπληρώσουν τις οφειλές τους, ενώ η ανάκτηση οφειλών από καταναλωτές που έχουν ήδη μετακινηθεί σε άλλον προμηθευτή είναι σαφώς δυσκολότερη.
Παράλληλα, η μεγαλύτερη συγκέντρωση ληξιπρόθεσμων οφειλών εξακολουθεί να εντοπίζεται στη Χαμηλή Τάση, όπου ανήκουν τα περισσότερα νοικοκυριά αλλά και χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, και έρχεται από το παρελθόν.
Είναι ενδεικτικό, σύμφωνα με στοιχεία του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας), ότι το 23,2% των νοικοκυριών καθυστερεί τις πληρωμές των λογαριασμών ρεύματος, ενώ το 8,8% των επιχειρήσεων είχε δηλώσει ότι δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις για λογαριασμούς ενέργειας.
Μάλιστα, σύμφωνα με την Ετήσια Εκθεση της ΡΑΑΕΥ, οι συνολικές οφειλές στη Χαμηλή Τάση υπερβαίνουν τα 2,1 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 80% των συνολικών ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων της αγοράς.
Από αυτές πέρυσι περίπου 708 εκατομμύρια ευρώ αφορούν οικιακούς καταναλωτές, με τις οφειλές των οικιακών πελατών εκτός Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου να ανέρχονται σε 131,3 εκατ. ευρώ για τους υφιστάμενους πελάτες και σε 576,7 εκατ. ευρώ για τους παλαιούς πελάτες, ενώ οι δικαιούχοι ΚΟΤ εμφανίζουν επιπλέον ληξιπρόθεσμες οφειλές περίπου 67,5 εκατομμύρια ευρώ.
Οσο για τους ανεξόφλητους λογαριασμούς των εμπορικών και βιομηχανικών καταναλωτών της Χαμηλής Τάσης, διαμορφώνονται σε περίπου 819 εκατ. ευρώ, με τα 607 εκατ. ευρώ να προέρχονται από πελάτες που έχουν ήδη αποχωρήσει από τον προμηθευτή τους.
Η κατάσταση αυτή οδηγεί τη μέση επιβάρυνση των συνεπών καταναλωτών στα περίπου 59 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ποσό που ενσωματώνεται τελικά στο συνολικό κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές.
Στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης του προβλήματος ο στόχος είναι σε πρώτη φάση να αντιμετωπιστεί αυτό που ονομάζεται «ενεργειακός τουρισμός», δηλαδή οι καταναλωτές που εγκαταλείπουν έναν πάροχο αφήνοντας χρέη και μεταπηδώντας σε άλλον. Αν και η δυνατότητα αλλαγής προμηθευτή αποτελεί χαρακτηριστικό μιας απελευθερωμένης αγοράς που ενισχύει τον ανταγωνισμό, η ΡΑΑΕΥ στην Εκθεσή της σημειώνει την ανάγκη αποτελεσματικότερης διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου κατά την αλλαγή προμηθευτή για να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.