Ευγένιος Τριβιζάς: Τι γράφει στον παλιότερο εαυτό του

Σίγουρα δεν με θυμάσαι. Ισως δυσκολεύεσαι να με αναγνωρίσεις.

Μεσημέρι ήταν. Σκόπευες να επισκεφτείς στο νοσοκομείο την άρρωστη γιαγιά. Eίχες την ιδέα να της πας ένα δυο μήλα από την αγαπημένη της μηλιά.

Δεν ξαφνιάστηκα όταν με επέλεξες. Ημουν το πιο ελκυστικό.

Αλλά, ενώ ετοιμαζόσουν να με κόψεις, δίστασες, σταμάτησες, απομακρύνθηκες!

– Τη γλίτωσα! σκέφτηκα. Γιατί, όμως, αυτή η απονομή χάριτος την τελευταία στιγμή; Αρχισα να το υποψιάζομαι, όταν επέστρεψες με τη λευκή πλαστελίνη και άλλα παραφερνάλια, όταν μου πρόσθεσες σώμα, χαρακτηριστικά προσώπου.

Κατάλαβα ότι με μεταμόρφωνες σε ήρωα ιστορίας σου για να μου πάρεις μια βαρυσήμαντη συνέντευξη. Επιστράτευσες τον αδελφό σου να μας απαθανατίσει, ενώ παραμηλούσαμε.

Η συνέντευξή μας δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Το Ρόδι». Εντυπωσίασε.

Η ΕΡΤ σού πρότεινε παρόμοιες συνεντεύξεις με άλλα φρoύτα. Αντιπρότεινες μια ολόκληρη σειρά. Ετσι προέκυψε η «Φρουτοπία». Με ονόμασες Αιμίλιο. Με ανακήρυξες ηγέτη της Φρουτοπίας. Με πλαισίωσες με άλλους χαρακτήρες, όπως τη Μάτα την Ντομάτα, τη Λούλου τον Ανανά από τη Χονολουλού, τη Μαρουλίτα το Μαρούλι, τον Αρχέλαο το Λαχανιασμένο Λάχανο, τον Φραγκίσκο το Φραγκόσυκο, τον Θάνο το Κολοκυθάκι που ονειρεύεται να δείρει έναν μανάβη.

Τον ρόλο του δημοσιογράφου τον παραχώρησες σε κάποιον Πίκο Απίκο, δαιμόνιο δήθεν δημοσιογράφο.

Η «Φρουτοπία» αγαπήθηκε, έγινε κόμικς, μιούζικαλ, όπερα, άρμα καρναβαλιού ακόμη.

Εμένα, όμως, την πηγή της έμπνευσής σου, με παράτησες να κρέμομαι φτιασιδωμένο, με τα άλλα μήλα ολόγυρα να με κοιτούν με οίκτο.

Εφυγες για χώρα μακρινή, ούτε νοιάστηκες να μάθεις τι απόγινα.

Θα σου πω, λοιπόν, τι απόγινα.

Εσύ διέπρεψες· εγώ μαράγκιασα. Εσύ καταξιώθηκες· εγώ ξεχάστηκα. Εσύ ανέβηκες στα ύψη· εγώ κύλησα στο χώμα. Εσύ γέμισες θέατρα· εγώ γέμισα σκουλήκια. Εσύ απέκτησες αναγνώστες· εγώ μυρμήγκια.  Με το πέρασμα του χρόνου η μηλιά κόπηκε. Το χώμα τσιμεντώθηκε. Εγινε δρόμος η πίσω αυλή.

Ενώ άλλοι συγγραφείς υμνούν τις μούσες τους, εσύ δεν έγραψες ωδές για μένα, όπως ο Κιτς για την υδρία και ο Νερούδα για την αγκινάρα. Δεν με λάτρεψες όπως ο Πετράρχης τη Λάουρα, δεν με πένθησες όπως ο Δάντης τη Βεατρίκη.

Σκέφτομαι καμιά φορά τους προγόνους μου και η μελαγχολία μου βαθαίνει. Δεν με δάγκωσε εμένα μια Εύα, δεν με έριξε μια Εριδα ανάμεσα στους καλεσμένους ενός μυθικού γάμου, δεν με διεκδίκησαν τρεις θεές, ούτε με σημάδεψε με το βέλος του ένας Γουλιέλμος Τέλλος.

Τώρα, δεν είμαι παρά μία από τις απειροελάχιστες κυτταρικές μονάδες μνήμης στην ωκεάνια σκοτεινή ύλη του χωροχρόνου, που καταγράφει αδιάκοπα την ιστορία του Σύμπαντος. Στα βάθη της, θαρρώ πως διακρίνω αμυδρά το καθρεφτάκι του Μπόρχες, τις κάλτσες του Νερούδα, το κλουβί του Κάφκα, την κρεμάστρα του Ρίτσου, τη μαντλέν του Προυστ, την πατάτα του Πονζ, το κοχύλι του Βαλερί. Θα προσπαθήσω να πλησιάσω. Ισως με δεχτούν στη συντροφιά τους. Γιατί εδώ δεν υπάρχουν αναχωρήσεις, παρά μόνο αφίξεις. Δεν υπάρχουν αποχωρισμοί, παρά μόνο συναντήσεις. Αργά ή γρήγορα η παλίρροια του χρόνου θα σε φέρει και σένα στα ασύνορα αρχεία της μνήμης, εδώ όπου τίποτε δεν χάνεται πραγματικά.

Και τότε θα τα ξαναπούμε.

Εις το επανιδείν,

Αιμίλιος το Μήλο

(ο αυθεντικός)

Ο Ευγένιος Τριβιζάς είναι συγγραφέας – εγκληματολόγος. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι «Η εκδίκηση που ήρθε από το κρύο» (εκδ. Ψυχογιός)