Δράμα δίχως τέλος στην Ισπανία: Αγωνία για τους αγνοούμενους της σιδηροδρομικής τραγωδίας – Αυξάνεται η πίεση στον Σάντσεθ

Βυθισμένη στο πένθος βρίσκεται η Ισπανία μετά τη φονική σύγκρουση δύο τρένων υψηλής ταχύτητας, η οποία στοίχισε τη ζωή σε 74 ανθρώπους, ενώ δεκάδες ακόμη τραυματίστηκαν. Η χώρα έχει κηρύξει τριήμερο εθνικό πένθος, την ώρα που οι έρευνες στα συντρίμμια συνεχίζονται και οι οικογένειες των θυμάτων προσπαθούν να διαχειριστούν το μέγεθος της τραγωδίας.

Το δυστύχημα σημειώθηκε το πρωί της Τετάρτης, λίγο πριν από τις 9, όταν δύο επιβατικές αμαξοστοιχίες, μία της κρατικής εταιρείας Renfe και μία της ιδιωτικής Iryo, συγκρούστηκαν ενώ εκτελούσαν δρομολόγια από τη Μαδρίτη προς την Ανδαλουσία. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, το τρένο της Iryo ακινητοποιήθηκε στις γραμμές και στη συνέχεια η δεύτερη αμαξοστοιχία έπεσε με σφοδρότητα στο πίσω μέρος του, με αποτέλεσμα αρκετά βαγόνια να εκτροχιαστούν κοντά στην περιοχή Ούρντα, στην περιφέρεια της Καστίλης-Λα Μάντσα.

Το ισπανικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι στο δυστύχημα ενεπλάκησαν 42 πολίτες από επτά διαφορετικές χώρες. Ένας από αυτούς έχασε τη ζωή του, ενώ τουλάχιστον επτά τραυματίστηκαν.

Δραματικές έρευνες στα συντρίμμια – Αγωνία για τους αγνοούμενους

Οι έρευνες των σωστικών συνεργείων συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, σε μια προσπάθεια να εντοπιστούν τυχόν εγκλωβισμένοι και να ανασυρθούν οι σοροί των θυμάτων. Γερανοί επιστρατεύτηκαν για την απομάκρυνση των παραμορφωμένων τμημάτων των συρμών, ενώ με το πρώτο φως της ημέρας η αστυνομία χρησιμοποίησε drones για να επιθεωρήσει εκ νέου το σημείο της σύγκρουσης.

Ο επικεφαλής της περιφερειακής κυβέρνησης της Καστίλης-Λα Μάντσα, Εμιλιάνο Γκαρθία-Πάχε, δήλωσε ότι οι διασώστες δεν εκτιμούσαν πως θα εντοπίσουν άλλες σορούς σε ένα κατεστραμμένο βαγόνι που παρέμενε αναποδογυρισμένο. Ωστόσο, όπως διευκρίνισε, είχαν βρεθεί ανθρώπινα μέλη που θα έπρεπε να ταυτοποιηθούν.

«Χθες βιώσαμε μια καταστροφή που αναμφίβολα έχει αφήσει ολόκληρη την Ισπανία σε κατάσταση σοκ», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, επιβεβαίωσε ότι 50 από τους τραυματίες που είχαν μεταφερθεί σε νοσοκομεία της περιφέρειας εξακολουθούσαν να νοσηλεύονται.

Η αγωνία των συγγενών παραμένει μεγάλη. Η ισπανική Πολιτοφυλακή (Guardia Civil) δημιούργησε τέσσερα ειδικά γραφεία στη Μαδρίτη, το Τολέδο, την Κόρδοβα και τη Σεβίλλη, προκειμένου οι συγγενείς να δίνουν δείγματα DNA και να διευκολύνουν την ταυτοποίηση των θυμάτων. Σύμφωνα με τις αρχές, έως το πρωί της Πέμπτης είχαν δηλωθεί 64 αγνοούμενοι από τις οικογένειές τους.

Στην Ούρντα, περίπου 130 χιλιόμετρα νότια της Μαδρίτης, ένα σχολείο μετατράπηκε σε κέντρο ενημέρωσης για τους συγγενείς που αναζητούν τους ανθρώπους τους. Εθελοντές του Ερυθρού Σταυρού βρίσκονταν στο πλευρό τους, προσφέροντας ψυχολογική υποστήριξη.

Η ψυχολόγος του Ερυθρού Σταυρού, Κάρμεν Γκαρθία, προειδοποίησε ότι οι επόμενες ώρες και ημέρες θα είναι ιδιαίτερα δύσκολες, καθώς κάθε άνθρωπος διαχειρίζεται διαφορετικά μια τέτοια απώλεια. Όπως ανέφερε, ανάμεσα στους συγγενείς υπάρχουν άνθρωποι σε κατάσταση σοκ, οργισμένοι, θλιμμένοι και γεμάτοι αγωνία.

Η οικογένεια Δρίτσα: Πώς σώθηκαν οι τρεις Έλληνες επιβάτες

Ανάμεσα στους επιβάτες των δύο τρένων που συγκρούστηκαν βρίσκονταν και τρεις Έλληνες τουρίστες, μέλη της οικογένειας Δρίτσα, οι οποίοι επέζησαν από τη σφοδρή σύγκρουση.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της ισπανικής εφημερίδας El País, η μητέρα τραυματίστηκε και υπέστη κάταγμα στην κλείδα, ενώ οι δύο ενήλικοι γιοι της, ηλικίας 21 και 18 ετών, είναι καλά στην υγεία τους.

Η οικογένεια ταξίδευε από τη Μαδρίτη προς τη Σεβίλλη, όταν η σύγκρουση τους αιφνιδίασε ενώ βρίσκονταν στο βαγόνι-εστιατόριο. «Ξαφνικά, ο χρόνος σταμάτησε», περιέγραψε ένας από τους δύο αδελφούς, εξηγώντας ότι η πρόσκρουση τους εκτόξευσε στον αέρα.

Καθοριστικό ρόλο στην επιβίωσή τους έπαιξε και μια αλλαγή θέσης την τελευταία στιγμή, καθώς ο μικρότερος αδελφός είχε μετακινηθεί λίγο πριν από τη σύγκρουση στη θέση που προηγουμένως κατείχε ο αδελφός του.

Οι τρεις Έλληνες κατάφεραν τελικά να επανενωθούν, να εγκαταλείψουν τον συρμό και να μεταφερθούν σε νοσοκομείο με τη βοήθεια ντόπιου εθελοντή. Συγκινημένοι από τη φροντίδα που έλαβαν, σχεδιάζουν πλέον να επιστρέψουν στη Μαδρίτη.

Στο σημείο της τραγωδίας Σάντσεθ και Βασιλιάς Φίλιππος

Στο κέντρο διαχείρισης της έκτακτης ανάγκης στο Τολέδο μετέβη ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος διαβεβαίωσε ότι όλες οι κρατικές υπηρεσίες εργάζονται για να διαπιστωθούν τα αίτια του δυστυχήματος, να στηριχθούν οι οικογένειες των θυμάτων και να ενισχυθούν τα μέτρα ασφαλείας.

«Κάθε θεσμός του κράτους, από τον μικρότερο δήμο έως την κυβέρνηση της Ισπανίας, εργάζεται μέρα και νύχτα, όχι μόνο για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των οικογενειών των θυμάτων, αλλά και για να αποκαλύψει κάθε λεπτομέρεια αυτής της τραγωδίας και να ενισχύσει τα μέτρα ασφαλείας, ώστε κάτι τέτοιο να μην ξανασυμβεί», δήλωσε.

Από την πλευρά του, ο Βασιλιάς Φίλιππος, ο οποίος επισκέφθηκε νοσοκομείο στο Τολέδο όπου νοσηλεύονται τραυματίες, έκανε λόγο για ένα ακόμη εξαιρετικά βαρύ πλήγμα για την Ισπανία και υπογράμμισε την ανάγκη να εξαχθούν συμπεράσματα.

«Υπάρχει προφανώς μια έρευνα σε εξέλιξη, η οποία πρέπει να διαπιστώσει πώς και γιατί συνέβη αυτή η τραγωδία. Θα πρέπει να εξεταστούν και να ληφθούν μέτρα, ώστε να μην επαναληφθεί κάτι τέτοιο», ανέφερε.

Πολιτική πίεση στον υπουργό Μεταφορών

Η πολιτική πίεση προς τον υπουργό Μεταφορών της Ισπανίας, Όσκαρ Πουέντε, εντείνεται, με την αντιπολίτευση να ζητά την παραίτησή του και να θέτει στο επίκεντρο τις ευθύνες της κυβέρνησης για την κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου.

Ο Πουέντε επιχειρεί να μεταφέρει το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στον ελεγκτή κυκλοφορίας, χαρακτηρίζοντας την απόφασή του να επιτρέψει την επανεκκίνηση συρμού ενώ παρέμενε ενεργό κόκκινο σήμα ως «ανεξήγητη» και «εσφαλμένη». Ωστόσο, η στάση του προκαλεί αντιδράσεις, καθώς οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι η διερεύνηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα πιθανό ανθρώπινο λάθος, αλλά πρέπει να εξετάσει συνολικά τις ευθύνες για τη λειτουργία και την ασφάλεια του δικτύου.

Από την πλευρά τους, τα συνδικάτα απορρίπτουν την προσπάθεια απόδοσης της ευθύνης αποκλειστικά σε έναν εργαζόμενο, επισημαίνοντας ότι οι ελεγκτές λειτουργούν υπό αυξανόμενη εργασιακή πίεση, με ελλείψεις προσωπικού και συχνές δυσλειτουργίες στα συστήματα ασφαλείας.

Η εκπρόσωπος του συνδικάτου ελεγκτών SCF, Ρακέλ Αϊγιόν, κατηγόρησε τον υπουργό ότι «κατηγορεί έναν απλό εργαζόμενο που δούλευε υπό όλο και χειρότερες συνθήκες», ενώ υπογράμμισε ότι το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί τα συστήματα ασφαλείας εξακολουθούν να παρουσιάζουν προβλήματα.

Παράλληλα, το συνδικάτο μηχανοδηγών SEMAF υποστηρίζει ότι το σύστημα LZB, το οποίο λειτουργεί εδώ και περίπου 30 χρόνια στη γραμμή Μαδρίτης – Σεβίλλης, θα έπρεπε να έχει αντικατασταθεί προ πολλού. Οι εργαζόμενοι ζητούν περισσότερες προσλήψεις, επενδύσεις και εκσυγχρονισμό των υποδομών, προειδοποιώντας ότι η ασφάλεια των επιβατών δεν μπορεί να εξαρτάται από συστήματα που παρουσιάζουν επαναλαμβανόμενες αστοχίες.

Ερωτήματα για την ασφάλεια του ισπανικού σιδηροδρομικού δικτύου

Η νέα τραγωδία επαναφέρει στο προσκήνιο τα ερωτήματα για την ασφάλεια του εκτεταμένου δικτύου σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας της Ισπανίας, το οποίο θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα και πιο σύγχρονα στην Ευρώπη.

Ο υπουργός Μεταφορών, Όσκαρ Πουέντε, χαρακτήρισε εξαιρετικά απίθανες τις συγκρούσεις από πίσω, όπως αυτή της Τετάρτης, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ανθρώπινου λάθους υπό συνθήκες που χαρακτήρισε ανεξήγητες.

Την ίδια ώρα, οι μηχανοδηγοί της Ισπανίας προχώρησαν σε απεργιακές κινητοποιήσεις, οι οποίες είχαν προγραμματιστεί πριν από το δυστύχημα, διεκδικώντας περισσότερες επενδύσεις στην ασφάλεια των σιδηροδρόμων.

«Θα συνεχίσουμε να απαιτούμε τα απαραίτητα μέτρα, ώστε ο κλάδος να γίνει ξανά ασφαλής. Πρέπει να διαθέτει όλα τα συστήματα ασφαλείας που απαιτούνται για τη διατήρηση των προδιαγραφών ποιότητας που είχαμε πάντα», δήλωσε ο Ντιέγκο Μαρτίν, εκπρόσωπος του συνδικάτου μηχανοδηγών Semaf.

Η τραγωδία σημειώθηκε μόλις δέκα μήνες μετά από άλλη φονική σύγκρουση δύο τρένων, ενός της Renfe και ενός της Iryo, κοντά στην πόλη Αδαμούς της Ανδαλουσίας, όπου είχαν χάσει τη ζωή τους 46 άνθρωποι και δεκάδες είχαν τραυματιστεί.

Πρόκειται για το πιο πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Ευρώπη μετά τον εκτροχιασμό τρένου στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, στη βορειοδυτική Ισπανία, το 2013, που είχε αφήσει πίσω του 80 νεκρούς.

Ανάμεσα στα θύματα πρώην υπουργός και αστυνομικός

Μεταξύ των πρώτων θυμάτων που ταυτοποιήθηκαν ήταν ο 31χρονος Χοσέ Μανουέλ Τσακόν, αξιωματικός της ισπανικής Πολιτοφυλακής. Η Guardia Civil εξέφρασε τα βαθύτατα συλλυπητήριά της στην οικογένεια, τους φίλους και τους συναδέλφους του.

Στους νεκρούς περιλαμβάνεται επίσης η Φάτιμα Μπάνιεθ, πρώην υπουργός Εργασίας της συντηρητικής παράταξης του Λαϊκού Κόμματος (PP). Μετά την αποχώρησή της από την κυβέρνηση, είχε αναλάβει την προεδρία του τομέα κοινωνικής και εταιρικής ευθύνης της ισπανικής εργοδοτικής ένωσης.

Ο επικεφαλής του PP, Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό, ζήτησε την άμεση διερεύνηση των συνθηκών του δυστυχήματος, αλλά και μια πλήρη και ανεξάρτητη αξιολόγηση ολόκληρου του ισπανικού σιδηροδρομικού δικτύου.

«Η Ισπανία έχει δικαίωμα να γνωρίζει τι συμβαίνει με τις υποδομές της», δήλωσε, ζητώντας να δοθούν σαφείς απαντήσεις για τα αίτια της νέας τραγωδίας.