Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν φέρονται ότι επαναβεβαιώνουν την ανάγκη να τερματιστεί το συντομότερο δυνατόν ο πόλεμος στην Ουκρανία, με τον αμερικανό πρόεδρο να συνδέει το τέλος της σύγκρουσης με την προοπτική πλήρους αποκατάστασης των σχέσεων ΗΠΑ – Ρωσίας, ενώ στην Ευρώπη καταγράφεται και μια διαφορετική δυναμική: η Ουγγαρία του Πέτερ Μαγιάρ απομακρύνεται από τη Μόσχα και από την κληρονομιά του Βίκτορ Ορμπαν. Η απέλαση δέκα ρώσων διπλωματών αποτελεί το πιο ηχηρό μέχρι σήμερα δείγμα αυτής της στροφής, ανοίγοντας μια νέα και ιδιαίτερα ευαίσθητη φάση στις σχέσεις Βουδαπέστης – Κρεμλίνου.
Η χθεσινή τηλεφωνική επικοινωνία Τραμπ – Πούτιν ήρθε μετά τις επαφές των αμερικανών απεσταλμένων Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στη Μόσχα και το Κίεβο, τις οποίες οι δύο ηγέτες αξιολόγησαν θετικά. Σύμφωνα με το Κρεμλίνο, ο Τραμπ τόνισε ότι ο τερματισμός του πολέμου το συντομότερο δυνατό θα άνοιγε «εντυπωσιακές και ευρείας εμβέλειας» προοπτικές για την πλήρη αποκατάσταση των αμερικανορωσικών σχέσεων, με ιδιαίτερα σημαντικές επιπτώσεις στο εμπόριο και την οικονομία.
Ο ρώσος πρόεδρος μετέφερε στον Τραμπ την εκτίμησή του για την κατάσταση στο πεδίο της μάχης και κατέστησε σαφές ότι η Ρωσία δεν έχει εχθρικά σχέδια έναντι της Ευρώπης. Σύμφωνα με αξιωματούχο του Κρεμλίνου, αν και δεν είναι δυνατόν να αποκαλυφθούν λεπτομέρειες για τα θέματα που συζητήθηκαν, η συνομιλία ήταν «εποικοδομητική» και οι δύο πλευρές συμφώνησαν επίσης στη συνέχιση ανταλλαγών αιχμαλώτων και στη διατήρηση της επικοινωνίας τους.
Η διπλωματική αυτή κινητικότητα, ωστόσο, συνυπάρχει με την απόφαση της Βουδαπέστης να απελάσει δέκα ρώσους διπλωμάτες, επειδή – σύμφωνα με την ουγγρική κυβέρνηση – είχαν αναπτύξει δραστηριότητες «απαράδεκτες για διπλωμάτες βάσει της Σύμβασης της Βιέννης», κάτι που συνιστά σαφή πολιτική μετατόπιση.
Η κυβέρνηση Μαγιάρ επέμεινε ότι η απόφαση προστατεύει «την ασφάλεια και την κυριαρχία της Ουγγαρίας», αλλά δεν συνεπάγεται διακοπή των διπλωματικών σχέσεων και ότι ο διάλογος με τη Ρωσία θα συνεχιστεί. Η προσεκτική αυτή διατύπωση αποκαλύπτει το δύσκολο ισοζύγιο που επιχειρεί να διατηρήσει η νέα ουγγρική κυβέρνηση. Ο Μαγιάρ επιδιώκει να επαναφέρει τη χώρα πιο κοντά στην Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των δυτικών εταίρων της, χωρίς όμως να διαρρήξει πλήρως τους διαύλους με τη Μόσχα.
Η κίνηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή επί Ορμπαν η Ουγγαρία είχε εξελιχθεί στον πιο σταθερό φιλορώσο συνομιλητή εντός της ΕΕ, διατήρησε στενούς δεσμούς με τον Πούτιν, συνέχισε τις αγορές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, αντιστάθηκε σε ευρωπαϊκές κυρώσεις και μπλόκαρε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση προς την Ουκρανία
Η Μόσχα αντέδρασε με σφοδρότητα απειλώντας να προβεί σε αντίποινα γι’ αυτό που χαρακτήρισε «εξαιρετικά εχθρικό βήμα» και άνευ προηγουμένου και αδικαιολόγητη κλιμάκωση, ενώ αναλυτές κάνουν λόγο για συμβολική αντιστροφή μιας ολόκληρης περιόδου εξωτερικής πολιτικής.
Παράλληλα, η κατάσταση στο ουκρανικό μέτωπο υπενθυμίζει τα όρια της διπλωματικής κινητικότητας. Μετά την αποχώρηση των αμερικανών απεσταλμένων από το Κίεβο, η Ρωσία εξαπέλυσε νέο μαζικό πλήγμα με drones και πυραύλους, προκαλώντας νεκρούς, τραυματίες και εκτεταμένες ζημιές. Το Πεντάγωνο προειδοποιεί για το ενδεχόμενο παρατεταμένης σύγκρουσης, ενώ ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε καλεί τους συμμάχους να ενισχύσουν την υποστήριξή τους προς την Ουκρανία.