Βλέποντας Βάγκνερ επί 23 ώρες

Το Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ, που ο Ρίχαρντ Βάγκνερ επέλεξε ως το ιδανικό «σπίτι» για τη μουσική του, εξακολουθεί 150 χρόνια μετά την ίδρυσή του ν’ αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και πιο ιδιαίτερα διεθνή ραντεβού του λυρικού θεάτρου.

Η επέτειος αυτή στάθηκε η αφορμή ώστε η Φλόρα Ουίλσον, κριτικός κλασικής μουσικής της εφημερίδας «Guardian», να ταξιδέψει μέχρι τη μικρή πόλη της Βόρειας Βαυαρίας για να παρακολουθήσει από κοντά κάποιες από τις παραστάσεις του. Συγκεκριμένα, έξι μέσα σε μία εβδομάδα, ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός, αν υπολογίσει κανείς ότι αυτό συνεπάγεται σχεδόν 23 ώρες μουσικής Βάγκνερ, χωρίς τα διαλείμματα. Βλέπετε, η μικρότερη παραγωγή ήταν διάρκειας δυόμισι ωρών.

Η δυσκολία του εγχειρήματός της αυξήθηκε περαιτέρω λόγω του καύσωνα που έπληξε την περιοχή, όπως και την υπόλοιπη Βόρεια Ευρώπη, αλλά και του ίδιου του χώρου που φιλοξενεί το φεστιβάλ, ο οποίος φυσικά δεν διαθέτει κλιματισμό και τα καθίσματά του είναι εξαιρετικά άβολα. Η λεπτομέρεια αυτή, βέβαια, δεν πτόησε τους θεατές που μέσα σε μόλις 90 λεπτά από την κυκλοφορία τους εξάντλησαν τα εισιτήρια για το σύνολο του προγράμματος της φετινής διοργάνωσης.

Εχοντας κατά νου όλους αυτούς τους παράγοντες που θα έκαναν τη δουλειά της πολύ απαιτητική, η ίδια έφτασε στο Festspielhaus, το μέγαρο που έχτισε ο αρχιτέκτονας Οτο Μπρίκβαλντ σε σχέδια του Ρίχαρντ Βάγκνερ, με πρότυπο το αρχαιοελληνικό αμφιθέατρο, για να πάρει μια γεύση του φεστιβάλ. Εκεί, βρήκε έναν χώρο χωρίς ιδιωτικά θεωρεία και εισιτήρια περιορισμένης ορατότητας, με σειρές καθισμάτων που εκτείνονταν από τη μία πλευρά του θεάτρου έως την άλλη χωρίς κενά και με ελάχιστη επένδυση υφασμάτων στις θέσεις.

Η άβολη τοποθέτηση των κερκίδων, όμως, δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για την οποιαδήποτε μικρή κίνηση των θεατών κατά τη διάρκεια της παράστασης, αφού φέρνει αυστηρή επίπληξη από τους υπολοίπους. «Ακόμη κι ένα κοινό τόσο αφοσιωμένο στην αυτοπειθαρχία δεν μπορεί να κρατήσει τον σύγχρονο κόσμο εντελώς μακριά. Κάθε βράδυ ακούγεται ο θόρυβος των κινητών που πέφτουν από τα γόνατα πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Αρκετά μηνύματα φτάνουν μ’ ένα “πινγκ”. Υπάρχουν ακόμη και μερικές εισερχόμενες κλήσεις», αναφέρει η Φλόρα Ουίλσον στο κείμενό της που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα.

Οι ιδανικές συνθήκες που ήθελε να δημιουργήσει ο Βάγκνερ για τις παραστάσεις του φαίνονται καλύτερα στον σχεδιασμό της ορχήστρας, η οποία είναι εξαιρετικά βαθιά κι εξ ολοκλήρου καλυμμένη, κατεβαίνοντας κλιμακωτά κάτω από τη σκηνή. Σκοπός του ήταν να υπάρχει μια ανεμπόδιστη θέα προς τη σκηνή και το κοινό να βρίσκεται κυριολεκτικά μέσα στη δράση.

Παράλληλα, η ακουστική του χώρου είναι πολύ προσεγμένη, γεγονός που «προσδίδει στον ήχο της ορχήστρας τόσο μια λαμπερή γυαλάδα όσο και μια γοητευτική αίσθηση προοπτικής, καθώς τα χαμηλά χάλκινα πνευστά και τα κρουστά διαπερνούν τα έγχορδα που βρίσκονται μέτρα πάνω από αυτά», τονίζει η κριτικός. Παρ’ όλα αυτά, η ζέστη που επικρατεί είναι τόση, που οι μουσικοί για να την υπομείνουν έπρεπε να φορούν σορτς και βαμβακερά μπλουζάκια. Η δε μικρή κλιματιστική μονάδα που είχε τοποθετηθεί προς διευκόλυνσή τους βοηθάει μόνο τον μαέστρο. «Το γεγονός ότι θεωρείται ότι αξίζει να υπομείνει κανείς μια τέτοια ταλαιπωρία για χάρη του ήχου του Μπαϊρόιτ λέει πολλά για τον κόσμο της όπερας», τονίζει καυστικά η δημοσιογράφος της «Guardian».

Χωρίς υπέρτιτλους

Οι ιδιαιτερότητες, ωστόσο, του φεστιβάλ δεν σταματούν εδώ. Κατά κανόνα, οι παραστάσεις ανεβαίνουν όλες στα γερμανικά και δεν προβλέπονται υπέρτιτλοι σε άλλες γλώσσες, αναγκάζοντας τους θεατές να καταλαβαίνουν ό,τι συμβαίνει στη σκηνή αποκλειστικά από τη σκηνοθεσία. Το εγχείρημα αυτό είναι δύσκολο στην παράσταση του «Λυκόφωτος των θεών», του τελευταίου μέρους του κύκλου «Το δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ», όπου οι τραγουδιστές εμφανίζονται πίσω από μια σειρά προβολών, αποτέλεσμα τεχνητής νοημοσύνης. Καταφύγιό της στις 15 ώρες που χρειάστηκε να μείνει στη θέση της για να παρακολουθήσει το έργο, ήταν η μουσική, η οποία από «τον τρελό μαραθώνιο της παρτιτούρας του Βάγκνερ ακούγεται ακόμα πιο θεαματική σ’ αυτή την ακουστική.

Υπάρχουν στιγμές που ο ήχος της ορχήστρας λάμπει κι άλλες που αναδύεται από την ορχηστρική κοιλότητα συναρπαστικός στη δύναμή του, για να μας κατακλύσει σαν κύμα σε αργή κίνηση», καταγράφει η κριτικός, η οποία βέβαια δεν ικανοποιήθηκε από την επιλογή των προβολών. «Ούτε καν αυτή η ομάδα τραγουδιστών παγκόσμιας κλάσης δεν μπορεί να με πείσει να συνδεθώ με τους χαρακτήρες τους, όταν κρύβονται πίσω από μια χιονοστιβάδα οπτικών ανοησιών. Δεν υπάρχει εδώ αφήγηση, απλώς ένα παρατεταμένο “βρες την προηγούμενη παραγωγή” για τους φανατικούς του Βάγκνερ», σχολιάζει η Φλόρα Ουίλσον και συνεχίζει: «Σε μια εποχή που πολλές όπερες προσπαθούν να κάνουν αυτή τη μορφή προσιτή στο ευρύ κοινό, η αποφασιστικότητα του Μπαϊρόιτ να απευθυνθεί αποκλειστικά στους μυημένους ξεχωρίζει».

Δυσαρεστημένη είναι η κριτικός κι απέναντι στην επιλογή του φεστιβάλ να παρουσιάσει το «Ριέντσι», την αγαπημένη όπερα του Χίτλερ στο πλαίσιο της φετινής επετείου, «επιχειρώντας να την αναδιαμορφώσει ως σύγχρονο πολιτικό θρίλερ». Αυτό με το οποίο σίγουρα διασκέδασε είναι η πιο κιτς πλευρά του Μπαϊρόιτ, όπως η χάρτινη φιγούρα του συνθέτη σε φυσικό μέγεθος, με την οποία φωτογραφίζεται το κοινό, τα χρυσά ειδώλιά του στις βιτρίνες των καταστημάτων και το μπαλόνι με την επιγραφή «Βάγκνερ Μανία» που αιωρείται πάνω από το ταμείο. «Πείτε το μετατροπή σε θεματικό πάρκο, πείτε το κιτς.

Οπως και να έχει, τέτοιες εγχώριες προσπάθειες να εκμεταλλευτούν ή να παρωδήσουν την εικόνα του Βάγκνερ δημιουργούν μια σουρεαλιστική αντίθεση με τις σοβαρές αισθητικές συζητήσεις που διεξάγονται εντός κι εκτός του Μπαϊρόιτ. Ομως και οι δύο, τελικά, προδίδουν την ίδια εμμονή με τον εαυτό του που χαρακτηρίζει το φεστιβάλ σήμερα: τη συνεχιζόμενη εσωτερική διαμάχη για το τι είναι, για ποιον προορίζεται – και πώς να συμβιβαστεί με το βαθιά ταραγμένο παρελθόν του», καταλήγει η Φλόρα Ουίλσον.