Βασίλης Βασιλικός: Με δύο πολύ διαφορετικά κοστούμια

Γράφοντας για τον Βασίλη Βασιλικό, όσοι τουλάχιστον τον είχαμε γνωρίσει καλά σε όλες τις πτυχές της συγγραφικής του δραστηριότητας, αλλά και ως άνθρωπο, το κυριότερο πρόβλημα που σίγουρα αντιμετωπίζουμε, είναι πώς θα διαχωρίσουμε τα στοιχεία μιας καθαρά μυθιστορηματικής προσωπικότητας, σε σχέση με τα στοιχεία τα αμιγώς συγγραφικά και τα ανθρώπινα, που μόνον αν σημασιολογηθούν και εκτιμηθούν οι διαστάσεις τους μ’ έναν όσο γίνεται πιο αντικειμενικό τρόπο, θα είναι, κατά προσέγγισιν έστω, οι ακριβείς.

Πώς, για παράδειγμα, το τρισυπόστατο του πεζογραφικού, τουλάχιστον, έργου, όπως έχει υλοποιηθεί χάρη στην έντονη πολιτική του εκδοχή (το «Ζ»), στην αντίστοιχη κοινωνική («Τα καμάκια») και στην βαθύτατα υπαρξιακή («Η φλόγα της αγάπης»), δεν συνιστά έναν διαφορετικό «εποχιακό» – όσο μακροπερίοδη και αν λογαριαστεί η κάθε εποχή – προσανατολισμό, αλλά «πειθαρχεί», όπως παρέμενε και ένα ομολογημένο από πλευράς του ζητούμενο, σε μια ενιαία «όραση» και, ακόμη περισσότερο, σε μια ενιαία «στάση ζωής».

Σε βαθμό ώστε ακόμη και παράπλευρες πτυχές της δραστηριότητάς του, όπως για παράδειγμα τη δημοσιογραφική, την πολύ έντονη άλλωστε αλλά και καλλιεργημένη σε μια διάρκεια όσο κράτησε η ίδια του η ζωή, να τις εντάσσει στον καθαυτό, αμιγέστερα, δημιουργικό του χρόνο. Αν το καλοσκεφτούμε, είναι ο πρώτος έλληνας πεζογράφος που απενοχοποίησε «επίσημα» για τις μεταγενέστερες από τον ίδιον γενιές, το γεγονός πως η δημοσιογραφία μπορεί να λογαριαστεί και να εκτιμηθεί, αφού έχει πραγματοποιηθεί μ’ έναν αντίστοιχο τρόπο, ως μια καθαρά συγγραφική λειτουργία.

Ενδεικτικός παραμένει από την άποψη αυτή ο τίτλος ενός βιβλίου του όπως είναι το «Καλύτερα στον τυπογράφο παρά στον ψυχίατρο» (μια συγκέντρωση συνεντεύξεών του με τον αλησμόνητο φίλο δημοσιογράφο – και πεζογράφο – Δημήτρη Γκιώνη). Ενδεικτικός όσον αφορά τη στάση του Βασιλικού που, αντί να αισθάνεται όπως η πλειονότητα των συναδέλφων του πεζογράφων, την κυκλοφοριακή «καταιγίδα» των πολυσέλιδων μυθιστορημάτων ως απειλή για την αντίστοιχη δική του δημιουργία, την πριμοδοτούσε με όλους τους τρόπους που είχε στη διάθεσή του.

Απολαύσαμε την συγκινητική του αυτή ανιδιοτέλεια ως συντακτική ομάδα μιας μακροχρόνιας τηλεοπτικής εκπομπής, αφιερωμένης αποκλειστικά στο βιβλίο – «Αξιον Εστί» το όνομά της. Εμενες κατάπληκτος με τη συμπεριφορά του, να ακούει δηλαδή τον καθένα μας, με τόση προσοχή με όση θα πιστωνόταν ένας νεαρός, ανήσυχος αλλά άπειρος, εκ των πραγμάτων, λογοτέχνης, αλλά, και το σπουδαιότερο, με τον τρόπο που αντιμετώπιζε τους καλεσμένους είτε επρόκειτο για καθιερωμένους είτε για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς. Με ένα αίσθημα σχεδόν θαυμασμού, ακόμη κι αν τα «θέματα» των βιβλίων τους, τα είχε επεξεργασθεί και αναπτύξει ο ίδιος ο Βασιλικός σε προγενέστερα δικά του αφηγηματικά βιβλία.

Ηταν τόση η ιδεολογική και τελικά η ηθική του ευρύτητα, ώστε παρέμενε υπεράνω ακόμη και σε περιπτώσεις που είχε καταφανώς αδικηθεί από συναδέλφους του που, όχι απλά του είχαν επιφυλαχθεί δημόσια, αλλά τον είχαν ιταμά αμφισβητήσει. Με τον Βασιλικό να μη διστάζει, ή μάλλον με μια κάθε άλλο παρά υπολογισμένη ανοιχτοσύνη, να τους ευεργετεί τόσο πιο αποτελεσματικά καθώς το έκανε με έναν τρόπο που να μην εκλαμβάνεται ως δική του γενναιοδωρία, αλλά ως κάτι που το δικαιούνταν γιατί το είχαν κατακτήσει με το σπαθί τους.

Αν λάβουμε υπόψη μας τις «επίσημες» θέσεις που είχε καταλάβει κατά καιρούς (γενικός αναπληρωτής διευθυντής στην ΕΡΤ, πρέσβης της Ελλάδας στην ΟΥΝΕΣΚΟ, βουλευτής επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ), μένουμε τελικά με την εντύπωση πως ακόμα και οι πιο ζυγισμένες του κινήσεις, έμπαιναν στην υπηρεσία μιας νεότευκτης μορφής ανιδιοτέλειας και ανεξιθρησκίας, φτάνει να θυμηθούμε ένα εντελώς ξεχασμένο σήμερα περιστατικό. Είναι γνωστή η «στάση» του Βασιλικού στα χρόνια της δικτατορίας που τα έζησε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, κυρίως στη Γαλλία, τυπώνοντας τα βιβλία του και αναπτύσσοντας μια έντονη αντιδικτατορική δραστηριότητα, κυρίως με τις περίφημες εκδόσεις, δικό του δημιούργημα, με την επωνυμία «8,5» (έχοντας ως συνεργάτες του τον Θόδωρο Πάγκαλο και τον Ακη Τσοχατζόπουλο).

Οι παλαιότεροι θα θυμούνται ασφαλώς την ατμόσφαιρα που επικρατούσε, με τη μεταπολίτευση στην Ελλάδα, με τους υποτιθέμενους αντιστασιακούς – γιατί οι πραγματικοί δεν χρειάζονταν να το δηλώνουν – που προσπαθούσαν να εξαργυρώσουν ανύπαρκτες ουσιαστικά περιπέτειές τους. Με τον σπουδαίο κριτικό της λογοτεχνίας Ανδρέα Καραντώνη να έχει μεταβληθεί στο «μαύρο πρόβατο» σύσσωμης της λογοτεχνικής παροικίας, καθώς την εποχή του περιλάλητου δημοψηφίσματος, μέσα στη Χούντα, είχε γράψει και είχε υπογράψει φαρδιά πλατιά στον «Ελεύθερο Κόσμο» ένα κείμενό του με τον τίτλο «Ψηφίστε ναι».

Αν, λοιπόν, θα μπορούσε να θεωρηθεί μέσα από μια πολύ ευρεία οπτική γωνία ότι ο Καραντώνης είχε συμβάλει ώστε ο Βασιλικός να παραμείνει εξόριστος, ή αυτοεξόριστος, για εφτά χρόνια, ήταν ο Βασιλικός που τον αποκατέστησε, επιστρέφοντας, με ένα έξοχο κείμενό του καθώς διαχώριζε την καταδικαστέα πολιτική του επιλογή από το τεράστιας σημασίας κριτικό και δοκιμιογραφικό του έργο.

Θα συμπέραινε κανείς πως σπάνια ένας συγγραφέας, όπως ο Βασιλικός, φόρεσε με τόση ελευθερία στις κινήσεις του δύο τόσο διαφορετικά κοστούμια· το ένα ήταν της «στιγμής», το καθημερινό, και το δεύτερο ήταν το επίσημο, της «διάρκειας». Εχοντας, μάλιστα, τόση συνείδηση της ομοιότητας αλλά και της διαφοράς των εργαλείων του, ώστε με την ίδια ευχέρεια να μπορεί να κινείται μέσα στο αυστηρό, καθορισμένο πλαίσιο ενός κειμένου με μέγιστο προβλεπόμενο αριθμό τις 750 λέξεις, ή ενός πολυσέλιδου, ενός απροσμέτρητου δηλαδή αριθμού λέξεων, μυθιστορήματος.

Φτάνει για το δεύτερο, όπως συγκινητικότατα εξομολογούνταν, να του είχε δοθεί, ή να είχε σκεφτεί τη φράση που με αυτήν θα ξεκινούσε. Αναφέροντας πάντα στη συγκεκριμένη περίπτωση την πρώτη πρόταση του μυθιστορήματός του «Ζ»: «Περνούσε από τη διασταύρωση αυτή για να πάει στο σπίτι ενός φίλου του να ακούσουν κάτι καινούργιους δίσκους τζαζ όταν το μεγάφωνο ανάγγειλε…».