Από την Ιερουσαλήμ στη Μέκκα η Νέα Μέση Ανατολή

Οι αλλαγές που συντελούνται στη Μέση Ανατολή έχουν τη δυναμική να ανατρέψουν την ισορροπία δυνάμεως όπως είχε διαμορφωθεί μέχρι σήμερα. Πολύ σχηματικά αυτή εκφραζόταν από την εξάρτηση των χωρών του Κόλπου από τις ΗΠΑ για την ασφάλειά τους και την εχθρότητά τους απέναντι στο Ιράν. Σήμερα και τα δύο αυτά δεδομένα έχουν ανατραπεί. Το «ασφαλιστήριο συμβόλαιο» με τις ΗΠΑ έχει λήξει, όπως όλες οι χώρες διαπίστωσαν όταν δέχονταν τα ιρανικά πλήγματα στη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, η Ουάσιγκτον έχει καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί την αποκέντρωση της ασφάλειας της περιοχής, με την ίδια να μην παραμείνει ο μοναδικός της πάροχος. Μια πρώτη συνέπεια αυτής της στροφής είναι η συμμαχία της Μέκκας.

Το δε Ιράν παραμένει παράγοντας καθοριστικός για την ειρήνη στην περιοχή αφού παρά τις συνέπειες του πολέμου σε υποδομές, στρατιωτικές δυνάμεις και εγκαταστάσεις αποδεικνύεται παίκτης με εξαιρετική ανθεκτικότητα.

Παράγοντας καθοριστικός για την περιφερειακή σταθερότητα παραμένει βεβαίως και το Ισραήλ. Δυστυχώς, η άφρων πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνησή του στον πόλεμο της Γάζας αλλά και η βοναπαρτική έπαρση του πρωθυπουργού του να οδηγήσει και τον Τραμπ στον πόλεμο εναντίον του Ιράν είχαν ως συνέπεια την απομόνωση της χώρας που διαφορετικά θα μπορούσε να διαμορφώσει προς όφελός της την ισορροπία δυνάμεως στην περιοχή. Οχι πλέον. Από τις Συμφωνίες του Αβραάμ βρισκόμαστε σήμερα στη Συμφωνία της Μέκκας. Ο συμβολισμός, αυτονόητος…

Καθώς το Ισραήλ οδεύει προς εκλογές, μέχρι τη διεξαγωγή τους στις 26 Οκτωβρίου και προκειμένου να μεγιστοποιήσει τις πιθανότητες επανεκλογής του, ο Νετανιάχου μπορεί να κάνει επιλογές ακραίες που θα δυναμιτίσουν οποιαδήποτε προσπάθεια ειρήνευσης στην ευρύτερη περιοχή. Το Ισραήλ είναι δυστυχώς μια βαθιά διχασμένη χώρα. Υπάρχει απέναντι στη σημερινή εξουσία ένα ισχυρό μέτωπο που έχει συνείδηση της ζημιάς που έχει επέλθει στο κύρος και την ισχύ του έθνους του. Ωστόσο, το τραύμα της 7ης Οκτωβρίου έχει προκαλέσει μια ριζική διαφοροποίηση στη στάση της πλειοψηφίας των Ισραηλινών που δεν επιθυμεί πλέον τη λύση των δύο κρατών. Αυτό οδηγεί σε αδιέξοδο καθώς εάν δεν δημιουργηθεί παλαιστινιακό κράτος το χάσμα με τον αραβικό κόσμο δεν θα μπορέσει να γεφυρωθεί, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας μακράς σύγκρουσης που δεν αποκλείεται να γενικευτεί.

Γιατί τώρα η συμμαχία της Μέκκας;

Η προοπτική αυτή βάρυνε ασφαλώς στην επιλογή της Σαουδικής Αραβίας να επιλέξει τη συμμαχία με την Τουρκία και το Πακιστάν αντί να προσχωρήσει στις Συμφωνίες του Αβραάμ, όπως της ζήτησε ο Τραμπ μόλις τον Ιούλιο, όταν οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία συνεργασίας για την ανάπτυξη πυρηνικού προγράμματος ειρηνικής χρήσης. Η Σαουδική Αραβία είναι η χώρα – κλειδί στην περιοχή. Με το Πακιστάν έχει μακροχρόνια στενή αμυντική συνεργασία και υποστηρίζει το πυρηνικό του πρόγραμμα. Ο νέος σύμμαχος είναι η Τουρκία και η προσέγγισή τους συνιστά αλλαγή σε σχέση με το όχι τόσο μακρινό παρελθόν, όταν το 2017 η Αγκυρα είχε στείλει στρατιωτικές δυνάμεις στο Κατάρ για να το προστατεύσει από το ενδεχόμενο σύρραξης με τη Σαουδική Αραβία. Τι οδηγεί σήμερα το Ριάντ σ’ αυτή την αλλαγή στάσης που εντάσσει την Τουρκία σε ένα ισχυρό σουνιτικό μέτωπο, ενώ είναι γνωστό ότι οι Αραβες έδειχναν πάντα ενόχληση με τις φιλοδοξίες Ερντογάν να εμφανίζεται σαν ηγέτης του μουσουλμανικού κόσμου;

Η αλλαγή των συνθηκών είναι η απάντηση. Πρώτον η διάθεση των ΗΠΑ να απεμπλακούν από την παροχή προστασίας και δεύτερον η δυνατότητα που διανοίγεται με την αντικειμενική υποχώρηση της ιρανικής ισχύος να κυριαρχήσει το σουνιτικό Ισλάμ στον μουσουλμανικό κόσμο, ούτως ή άλλως η αναλογία σουνιτών – σιιτών παγκοσμίως είναι 80% έναντι 20%. Χωρίς να αποκλείεται στο μέλλον αυτή η ίδια συμμαχία να επιδιώξει συνεννόηση με το Ιράν αφού και οι τρεις χώρες, η Τουρκία, το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία, έχουν ανοιχτούς διαύλους με την Τεχεράνη. Σε αυτή την εξίσωση καθόλου αμελητέα δεν θα είναι η θέση της Κίνας με την επιρροή που διαθέτει σε όλα τα μέρη.

Θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό η ενεργοποίηση αυτής της συμμαχίας και η κατεύθυνση που θα ακολουθήσει και από τις πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ. Αν οι εκλογές του Οκτωβρίου αναδείξουν την ίδια πλειοψηφία, θα πρέπει να αναμένεται η ενίσχυση της αποτρεπτικής της δυνατότητας – οι τρεις χώρες από κοινού αποτελούν μια πολύ σημαντική στρατιωτική δύναμη με πυρηνική διάσταση λόγω Πακιστάν. Αν υπάρξει πολιτική αλλαγή και διάθεση διαλόγου, η συμμαχία της Μέκκας θα επιδιώξει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε οποιαδήποτε λύση του παλαιστινιακού καθώς και στην αναζήτηση μιας βιώσιμης λύσης στη Γάζα. Με άλλα λόγια, η συμμαχία αυτή με τις χώρες που ενδεχομένως να προσχωρήσουν, όπως η Αίγυπτος και το Κατάρ, θα αποτελέσει έναν πόλο δυνάμεως στη Μέση Ανατολή απέναντι τόσο στο Ισραήλ όσο και στο Ιράν.

Μιλάμε για μια νέα σελίδα που πέραν των αμυντικών έχει και πολύ υπολογίσιμες οικονομικές διαστάσεις. Η Σαουδική Αραβία συζητούσε με τις ΗΠΑ τη συμμετοχή της στον ενεργειακό διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής (IMEC). O σχεδιασμός του προέβλεπε τη σύνδεση λιμένων της Ινδίας και του Περσικού Κόλπου, χερσαία μεταφορά ενέργειας από την Αραβική Χερσόνησο στο Ισραήλ και στη συνέχεια μεταφορά στην Ευρώπη, πιθανότατα μέσω Ελλάδας. Προϋπόθεση, η αναγνώριση του Ισραήλ από τη Σαουδική Αραβία. Εάν γινόταν, θα αποτελούσε τεκτονική αλλαγή για την κομβική αυτή χώρα για την ισορροπία της περιοχής. Δυστυχώς, οι επιλογές της Ουάσιγκτον και της Ιερουσαλήμ με τον αλόγιστο πόλεμο στο Ιράν ανέτρεψαν αυτή την προοπτική.

Η Σαουδική Αραβία που υπέστη μεγάλη ζημία από τον πόλεμο εξαιτίας της μείωσης των εξαγωγών της δεν διέβη τον Ρουβίκωνα. Η ηγεσία της, φοβούμενη την μήνιν του αραβικού κόσμου, διέγραψε την επιλογή συνεργασίας με το Ισραήλ για να συμμαχήσει με τις ομόθρησκες χώρες Τουρκία και Πακιστάν. Ψηλά στην ατζέντα της συνεργασίας τους βρίσκεται η δημιουργία ενός εναλλακτικού χερσαίου διαδρόμου μέσω της Συρίας και της Τουρκίας προς την Ευρώπη. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν γιατί η Συρία αποτελεί αντικείμενο τριβής μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Η τελευταία δεν έχει κρύψει τη φιλοδοξία της να καταστεί ενεργειακός κόμβος και μέσω της δημιουργίας ενός άξονα οδικού και σιδηροδρομικού που θα συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τα τουρκικά λιμάνια μέσω Ιράκ (Iraq Development Road). Επιθυμεί επίσης να αναζωογονήσει την ιστορική σιδηροδρομική της σύνδεση με τη Βαγδάτη (Hejaz Railway) και τον Ιούνιο υπέγραψε σχετικό μνημόνιο με τη Σαουδική Αραβία, η οποία θα επενδύσει και σε άλλα ενεργειακά σχέδια στην Τουρκία, ενώ έχει συμφωνήσει να αγοράσει και drones αξίας 3 δισ. δολαρίων.

Και η Ελλάδα μέσα σ’ αυτά;

Είναι προφανές ότι η αλλαγή των περιφερειακών ισορροπιών δημιουργεί νέα δεδομένα που η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να αγνοήσει. Πρέπει, καλώς ή κακώς, να μπει στα βαθιά νερά, κάτι που επεδίωξε να αποφύγει την προηγούμενη περίοδο με τη «Διακήρυξη των Αθηνών» και την επιλογή των ήρεμων νερών με την Τουρκία. Ποιες θα μπορούσαν να είναι στο νέο περιβάλλον οι επιλογές της; Και ποια θα ήταν τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα απέναντι σε έναν αντίπαλο που ισχυροποιείται για λόγους ανεξάρτητους των σχέσεών του με την Ελλάδα;

Οι υπερασπιστές της σκληρής γραμμής υποστηρίζουν πως είναι νομοτελειακή η σύγκρουση με την Τουρκία σε έναν όχι τόσο μακρινό ορίζοντα, οπότε οι επιλογές μας θα πρέπει να είναι ανάλογες. Δεν έχουν ωστόσο παρουσιάσει ποτέ ένα στρατηγικό σχέδιο εφαρμογής αυτής της γραμμής και των συνεπειών της.

Οι σύγχρονες μορφές πολέμου, όπως δείχνει το παράδειγμα της Ουκρανίας, δεν αποκλείουν εκ προοιμίου τη θετική έκβαση μιας τέτοιας επιλογής. Αλλά υπάρχει πλειοψηφία που θα υποστήριζε πως η Ελλάδα θα έπρεπε να ακολουθήσει αυτό το παράδειγμα; Ποια θα ήταν η επόμενη ημέρα; Η ρήξη με τους συμμάχους της, πρωτίστως με τις ΗΠΑ, και με τους εταίρους της στην ΕΕ. Η απώλεια όλων των πλεονεκτημάτων που αποκόμισε και συνεχίζει να αποκομίζει από την ένταξή της στο «δυτικό κλαμπ», ακόμη και τώρα που αυτό εμφανίζει ρωγμές. Και όπως αποδεικνύει η εμπειρία υπερδυνάμεων, βλ. ΗΠΑ, είναι ευκολότερο να μπεις σε έναν πόλεμο από το να βγεις.

Μια εξίσου, αν όχι περισσότερο, λανθασμένη ανάγνωση των συνθηκών είναι εκείνη που υπαινίσσεται ότι θα έπρεπε να συνταχθούμε με το Ισραήλ απέναντι στην Τουρκία. Αυτή δεν λαμβάνει υπ’ όψιν της τα αντικειμενικά δεδομένα, την αντίθεση των ΗΠΑ σε μια τέτοια σύγκρουση, αλλά και την πρόθεση των δύο πλευρών, παρά τον ανταγωνισμό τους στη Συρία, να μην έρθουν σε ανοιχτή σύρραξη που θα προκαλούσε την ενεργοποίηση του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ υπέρ της Τουρκίας και τη συμβατική υποχρέωση της Ελλάδας να τη στηρίξει. Ηδη την επομένη του ισραηλινού βομβαρδισμού της βάσης στη Βόρεια Συρία, οι δύο πλευρές είχαν συνομιλίες για εκτόνωση της κατάστασης, ενώ οι εγκυρότεροι ισραηλινοί αναλυτές έκαναν λόγο για προεκλογικό τέχνασμα Νετανιάχου, με το οποίο διαφωνούσε η στρατιωτική ηγεσία.

Αν λοιπόν αυτή η επιλογή δεν υφίσταται, ποιος είναι ο δρόμος που μπορεί να διασφαλίσει τα εθνικά συμφέροντα σ’ ένα μεταβαλλόμενο περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον; Είναι αυτονόητο, η συνεννόηση με την Τουρκία στη βάση ενός αμοιβαία αποδεκτού πλαισίου. Το τελευταίο εξάμηνο, ο Χακάν Φιντάν αναφέρθηκε δύο ή τρεις φορές στην ανάγκη συνεννόησης, λέγοντας πως προσκρούει στην έλλειψη βούλησης της ελληνικής πλευράς να αναλάβει το πολιτικό κόστος, μια δυστυχώς ορθή παρατήρηση. Και επίσης πολύ σημαντική ήταν η δήλωση του Ερντογάν στη συνέντευξη Τύπου μετά την ολοκλήρωση της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ προς τον ανταποκριτή της «Καθημερινής» Μανώλη Κωστίδη, με την οποία ρητά υποβάθμιζε τη σημασία του casus belli.

Υπάρχει λοιπόν εναλλακτική οδός στην ένταση για όποιον θέλει να την ακολουθήσει. Και θα μπορούσε επίσης η ελληνική πλευρά, αν διέθετε τόλμη και δημιουργικότητα, να εργαστεί για τη συνεννόηση και του Ισραήλ με την Τουρκία, να αναλάβει πρωτοβουλία που θα καθιστούσε εφικτή τη συνεργασία όλων των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου ώστε να υπάρξει ισορροπία με τη συμμαχία της Μέκκας. Ενισχυτική μιας τέτοιας ισορροπίας, ακόμη και αν αυτό σήμερα φαίνεται αντιφατικό, θα ήταν και η προοπτική δημιουργίας του άξονα Ινδίας – Ισραήλ – Ελλάδας – Κύπρου – Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, καθώς θα προέκυπταν δύο ισχυρές περιφερειακές συσπειρώσεις που θα καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολο το ενδεχόμενο σύγκρουσης. Εάν μάλιστα αυτός ο άξονας διαμόρφωνε και το πλαίσιο συνεργασίας των χωρών του με την ΕΕ, θα μπορούσε να δώσει στην τελευταία τον ρόλο που αποζητά στην περιοχή. Ονειρο θερινής νυκτός; Ε, αφού βρισκόμαστε στο τέλος Αυγούστου, δικαιολογείται…

Η Ινώ Αφεντούλη είναι επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)