Στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία (ΚΑΔ), μια χώρα που προσπαθεί σταδιακά να ανακάμψει από πολυετείς πολιτικές και ασφαλιστικές κρίσεις, ένας μικροσκοπικός σπόρος εξελίσσεται σε καταλύτη για την οικονομική ανασυγκρότηση. Το σουσάμι έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους κύριους μοχλούς διαφοροποίησης της αγροτικής παραγωγής και προσέλκυσης ξένου συναλλάγματος, εκμεταλλευόμενο τη σχετική βελτίωση της ασφάλειας στη χώρα και το αυξανόμενο ενδιαφέρον από διεθνείς επενδυτές.
Στην τοπική αγορά του Γκουζέ, στη βορειοδυτική περιφέρεια της Παουά, το εμπόριο σουσαμιού γνωρίζει πρωτοφανή άνθηση. Αγρότες της περιοχής, οι οποίοι στο παρελθόν βασίζονταν σε παραδοσιακές καλλιέργειες όπως το βαμβάκι, τα φασόλια και η μανιόκα, στρέφονται πλέον μαζικά στο σουσάμι. Η μείωση των κρατικών επιδοτήσεων για τις παλαιότερες καλλιέργειες, σε συνδυασμό με την άμεση ζήτηση και την πληρωμή σε μετρητά, ώθησε τους παραγωγούς να οργανωθούν σε συνεταιρισμούς για την καλλιέργεια δεκάδων εκταρίων. Για πολλούς από αυτούς, το εισόδημα από το σουσάμι επέτρεψε τη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, την ανέγερση κατοικιών και τη χρηματοδότηση των σπουδών των παιδιών τους στην πρωτεύουσα Μπανγκί.
Η επιλογή του σουσαμιού δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για μια ανθεκτική φυτική καλλιέργεια που αναπτύσσεται γρήγορα και απαιτεί λιγότερους πόρους σε σύγκριση με άλλα προϊόντα.
Παράλληλα, διαθέτει υψηλή προστιθέμενη αξία: τα παραπροϊόντα της μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ζωοτροφή, ενώ το λάδι της είναι φυτικό και ελεύθερο χοληστερόλης, γεγονός που ενισχύει τη ζήτησή της στη διεθνή αγορά.
Σύμφωνα με στοιχεία της FAOSTAT, της στατιστικής βάσης του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), η παραγωγή σουσαμιού στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία σημείωσε αισθητή ανάκαμψη μετά την πτώση της περιόδου 2019-2020. Από περίπου 180.000 τόνους το 2020, η ετήσια παραγωγή ξεπέρασε τους 204.000 τόνους το 2024, επιβεβαιώνοντας τη μετατροπή ενός προϊόντος τοπικής κατανάλωσης σε υπολογίσιμο εξαγώγιμο εμπόρευμα.
Η σκιώδης πλευρά: Ευκαιριακές τιμές και διαφυγή εσόδων
Παρά τη θετική δυναμική, εκπρόσωποι του αγροτοδιατροφικού τομέα εκπέμπουν σήμα κινδύνου για τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται το διεθνές εμπόριο. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η πλειονότητα των οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στη συγκέντρωση και εξαγωγή του προϊόντος -στην πλειονότητά τους προερχόμενοι από την Ασία- εκμεταλλεύονται την ανάγκη των τοπικών παραγωγών.
Οι αγοραστές καταφθάνουν απευθείας στα χωριά, παρακάμπτοντας τις κακές υποδομές του οδικού δικτύου, αλλά προσφέρουν τιμές που χαρακτηρίζονται «γελοίες» σε σχέση με την τελική αξία του προϊόντος στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, το ισχύον φορολογικό πλαίσιο επιτρέπει στους εξαγωγείς να καταβάλλουν ελάχιστους φόρους στο κράτος, αποστερώντας από την εθνική οικονομία σημαντικούς πόρους που θα μπορούσαν να επανεπενδυθούν σε υποδομές και αγροτική ανάπτυξη.
Το παράδειγμα του σουσαμιού στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία αναδεικνύει την κλασική πρόκληση των αναπτυσσόμενων οικονομιών: τη μετάβαση από την πρωτογενή παραγωγή στη δίκαιη κατανομή του πλούτου, ώστε οι ντόπιοι καλλιεργητές να μην παραμένουν ο αδύναμος κρίκος της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας.