«Πριν από τριάντα χρόνια, πριν ακόμη γεννηθώ, μου στέρησαν το πολυτιμότερο δώρο που μπορεί να έχει ένα παιδί: την αγκαλιά του πατέρα μου».
Η φωνή της Αναστασίας αντηχεί και χάνεται πάνω από το Παραλίμνι, στον ελεύθερο αέρα της φυλακισμένης γης της Αμμοχώστου. Τα μικρόφωνα κλείνουν. Οι επίσημοι έχουν φύγει, οι καρέκλες μαζεύονται σε ακανόνιστες στοίβες και οι τελευταίες μοτοσυκλέτες χάνονται κι αυτές στον ορίζοντα, σέρνοντας τα τελευταία απομεινάρια του θορύβου τους.
Στον χώρο του μνημείου απομένουν δύο άνδρες. Κανείς δεν τους είδε να έρχονται. Ο ένας είναι πενήντα τεσσάρων, με γκρίζα τα μαλλιά. Ο άλλος, πενήντα έξι, κρατάει ένα μισοκαμένο τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα.
– Ρε Σολή, σβήστο το μαυρογέριμον, πέταξέ το.
– Σκέφτουμαι…
– Μα, τριάντα χρόνια, σκέφτεσαι ρε;
– Ε, οι μεγάλες αποφάσεις θέλουν τον τζαιρόν τους, Τάσο.
Στέκονται μπροστά στους δύο χάλκινους άνδρες που έχουν τα άλλοτε πρόσωπά τους. Ο Τάσος κοιτάζει πρώτα το δικό του άγαλμα.
– Μα εκάμαν με πολλά σοβαρόν, α;
– Εμέναν πολλά πιο αδύνατο, εν εν; λέει ο Σολωμός.
– Εκάμαν μας, όμως, ούσσου αντροπή, απαντά ο Τάσος.
Γελούν χαμηλόφωνα, ένοχα. Υπάρχει κάτι παράταιρο στο γέλιο δίπλα στα στεφάνια. Κι όμως, ίσως αυτό να έλειπε περισσότερο από τον χώρο· όχι άλλο ένα σύνθημα, αλλά ο ήχος που θα έκαναν αυτοί οι δύο άνθρωποι, αν είχαν προλάβει να φτάσουν σ’ αυτή την ηλικία.
Η Αναστασία επιστρέφει αναζητώντας τα χαρτιά της ομιλίας της. Γεννήθηκε έναν μήνα μετά τη δολοφονία του και πήρε το όνομά του. Κληρονόμησε ένα επώνυμο, ένα πλήθος φωτογραφίες, κάτι βιντεοκασέτες και καμία κοινή ανάμνηση. Τους βλέπει, κοντοστέκεται και κοιτάζει ξανά τα αγάλματα. Ο Τάσος την αναγνωρίζει αμέσως, παρότι δεν την έχει δει ποτέ. Εκείνη χρειάζεται περισσότερο χρόνο.
– Εξήχασες τα τούτα, της λέει και της δίνει τις σελίδες.
– Ευχαριστώ, λέει διστακτικά, μα ποιοι είσαστεν; Με ένα ύφος που προδίδει το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν την ταραχή.
Ο Σολωμός κάνει δυο βήματα πίσω.
Είπες πριν ότι εστερήσαν σου μιαν αγκαλιά, λέει ο Τάσος. Θέλεις την;
Η Αναστασία κοιτάζει το πρόσωπό του, όπως θα κοίταζε μια παλιά φωτογραφία που ξαφνικά ανάσανε έστω κι αν μεγάλωσε πολύ. Τα μάτια της γεμίζουν, αλλά δεν τρέχει πάνω του. Τριάντα χρόνια απουσίας δεν διανύονται με δύο βήματα. Πλησιάζει αργά και ακουμπά πρώτα το χέρι του, για να βεβαιωθεί ότι είναι ζεστό.
– …Παπά;
– Ναι, Αναστασία μου.
Η αγκαλιά τους είναι αδέξια. Δεν γνωρίζουν ο ένας το σώμα του άλλου, το ύψος, τον τρόπο που γέρνει το κεφάλι. Τη μυρωδιά! Για χρόνια προσπαθούσε να φανταστεί αυτή τη μυρωδιά που δεν είχε γνωρίσει. Κλείνει τα μάτια.
– Ξέρεις το ότι είμαι σχεδόν τριάντα εν εν; ψιθυρίζει.
– Ξέρω το.
– Είμαι πιο μεγάλη που όσον ήσουν τότε!
– Ξέρω το αγάπη μου, λέει ο Τάσος κοιτάζοντάς την με μια γαλήνια περηφάνια. Εγώ έμεινα ‘κοστεσσάρων στις φωτογραφίες. Αδε εσύ! Εμεγάλωσες τζείνα τα έξι χρόνια τζαι για τους θκυό μας.
Κάθονται στο χαμηλό πεζούλι. Ο Σολωμός παρακολουθεί από απόσταση, χαρίζοντάς τους λίγα λεπτά που δεν υπήρξαν ποτέ.
Η Αναστασία κρατά τα τσαλακωμένα φύλλα της ομιλίας.
– Πε μου, παπά. Γιατί επήες; τον ρωτά.
– Είδα έναν άνθρωπον πεσμένον αγάπη μου τζαι εβούρησα να τον βοηθήσω. Εν ήξερα τι θα εγίνετουν.
– Αν ήξερες παπά, θα επήαιννες;
Ο Τάσος χάνεται σε μια παύση σιωπής.
– Πε μου εσύ τι νομίζεις; Θα επήαιννα;
– Θα επήαιννες παπά μου. Ημουν αγέννητη ακόμα, αλλά εγώ ξέρω τι άνθρωπος ήσουν, που τις μέρες τζαι τις νύχτες που επέρασα μωρό. Που εθώρουν ξανά τζαι ξανά τες βιντεοκασέττες τότε που σε εσκοτώσαν, που εθκιάβαζα ξανά τζαι ξανά τα αποκόμματα. Που ερώτουν ούλλους, ούλλους όμως τα ίδια πράματα. Να μου πουν τις ίδιες ιστορίες. Εγώ ξέρω καλύτερά τους ποιος είσαι.
– Τζαι λαλούσαν σου;
– Ελαλούσαν μου, αλλά εγώ ερωτούσα τζι άλλα. Ερώτουν ας πούμεν, τι φαΐν σου άρεσκεν, αν ενευρίαζες… Αν θα με άφηνες να πιάσω τη μοτόρα σου. Μια φορά ερώτησα την μάμαν αν εροχάλιζες.
– Σαν την τσακιλομηχανή! Πετάγεται ο Σολωμός κι ας μην ήξερε.
– Ατε ρε Σολή! Λέει ο Τάσος. Γελούν κι οι τρεις μαζί. Ο Τάσος κοιτάζει την Αναστασία που γελά για πρώτη φορά, σαν να προσπαθεί να κρατήσει σε λίγα δευτερόλεπτα όλα τα γέλια της που έχασε. Τριάντα χρόνων γέλια.
– Δηλαδή, αν εζούσετε σήμερα τι θα εκάμνετε τωρά; ρωτά και τους δύο η Αναστασία.
– Εγώ θα σε εκαμάρωνα, τίποτε άλλον εν θα έκαμνα, λέει ο Τάσος. Θα σε εκαμάρωνα που «εκτός που κόρη του Τάσου» έγινες μια κοπέλα με αξιοπρέπεια, που στέκει περήφανη, που έχτισεν τη ζωή της. Ετσι θα σε είχα μεγαλώσει.
– Εγώ νομίζω θα εμάχουμουν ακόμα να κόψω το τσιάρο, λέει ο Σολωμός, και γελούν πάλι όλοι μαζί.
Είναι μια όμορφη νύχτα. Ο Τάσος ανεβαίνει στη μοτοσικλέτα, βλέποντας πόσο καλά την συντήρησαν.
– Οϊ ρε! Τα κοπέλια της Πρωτοβουλίας εκάμαν σπουδαία δουλειά!, λέει και της κάνει νόημα να καθίσει πίσω του. Νιώθει τα χέρια της να κλείνουν γύρω από τη μέση του. Αυτή τη φορά, η αγκαλιά δεν είναι παράξενη, είναι γνώριμη όσο τίποτα άλλο. Η απουσία των τριάντα χρόνων έχει χαθεί. Ο ήχος μιας καρέκλας που σέρνει πάνω στο τσιμέντο ο άνθρωπος που τις στοιβάζει, την κάνει να σηκώσει το κεφάλι.
Η μοτοσικλέτα δεν υπάρχει. Μπροστά της στέκονται μόνο οι δύο χάλκινοι άνδρες, ακίνητοι και πάλι. Στα χέρια της κρατά ακόμη τα χαρτιά της ομιλίας.
Η Αναστασία πλησιάζει το άγαλμα του πατέρα της. Ακουμπά την παλάμη της πάνω στο κρύο μέταλλο, στο σημείο όπου πριν από λίγο – ή για μια ολόκληρη ζωή – είχε ακουμπήσει το χέρι του. Τελικά, σκέφτεται πάντα μέσα μου τον είχα. Υστερα μαζεύει τις σελίδες, ρίχνει ένα τελευταίο βλέμμα χαμογελώντας στο άγαλμα, και απομακρύνεται.