Στις αμυντικές συμφωνίες η απόσταση ανάμεσα στην υπογραφή και στην πραγμάτωση μπορεί να είναι τεράστια. Η Συμφωνία Κοινής Αμυνας της Μέκκας, μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν, κινείται σε αυτή την γκρίζα ζώνη: κανείς δεν γνωρίζει εάν η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας θα ενεργοποιηθεί ποτέ. Η υπογραφή της, ωστόσο, αλλάζει τα δεδομένα. Αυτή είναι η βασική ανάγνωση της δρος Γκάλια Λίντενστραους, ανώτερης ερευνήτριας στο Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας (INSS) του Ισραήλ και ειδικής στην τουρκική εξωτερική πολιτική. «Είμαι στην πλευρά εκείνων που θεωρούν τη συμφωνία σημαντική», λέει, απαντώντας σε ερώτηση αναφορικά με τις δύο αντικρουόμενες αναγνώσεις στο Ισραήλ – με την πρώτη να λέει ότι η Συμφωνία δεν επηρεάζει άμεσα τη χώρα και τη δεύτερη να υποστηρίζει το αντίθετο.
Οι τρεις χώρες, εξηγεί, είχαν ήδη πραγματοποιήσει πέντε συναντήσεις, συγκροτώντας σταδιακά ένα πολιτικό μέτωπο εναντίον του Ισραήλ. Εκτιμά, δε, ότι ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής προστασίας αποτελεί από μόνη της ισχυρό μήνυμα. Η επιφύλαξη της ειδικού αφορά την εφαρμογή.
Υπήρχε, τονίζει, ήδη αμυντική συμφωνία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν η οποία δεν πρόσφερε στο Ριάντ όσα ανέμενε κατά την τελευταία αντιπαράθεση με το Ιράν. Συνεπώς, οι αμφιβολίες για το εάν η νέα δέσμευση θα δοκιμαστεί στην πράξη είναι βάσιμες, υπογραμμίζει, χωρίς όμως να ακυρώνουν τη σημασία της. «Αν δούμε τις συμφωνίες του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο, δεν υπήρξε ποτέ ρήτρα αμοιβαίας άμυνας. Αρα, ναι, είναι σημαντική», καταλήγει η δρ Λίντενστραους.
Τι είναι το πιο ανησυχητικό σε αυτή τη εξέλιξη, ρωτήσαμε. «Το βασικό σημείο ανησυχίας», απάντησε η ισραηλινή ειδικός, «τόσο από ισραηλινή όσο και από ελληνική σκοπιά, είναι ότι περισσότερο σαουδαραβικό χρήμα θα διοχετευθεί στην τουρκική αμυντική βιομηχανία». Κι αυτό, εξηγεί, θα επιτρέψει στην Αγκυρα να αναπτύξει νέα οπλικά συστήματα και σοβαρότερες γραμμές μαζικής παραγωγής – έναν τομέα στον οποίο αρκετά τουρκικά προγράμματα υστερούν. Στην εξίσωση αυτή, εκτιμά, το Πακιστάν είναι σημαντικό, αλλά η Τουρκία αποτελεί τον κρίσιμο παίκτη. Η Σαουδική Αραβία έχει απομακρυνθεί αισθητά από την προοπτική εξομάλυνσης των σχέσεων με το Ισραήλ, η οποία πριν από την 7η Οκτωβρίου έμοιαζε πολύ πιο κοντά. Η Αγκυρα, την ίδια ώρα, ακολουθεί μια σαφώς αναθεωρητική πολιτική απέναντι στο Ισραήλ, στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Η δρ Λίντενστραους αποφεύγει, πάντως, μια μονοδιάστατη ανάγνωση της τουρκικής συμπεριφοράς. Διακρίνει άλλοτε προσοχή και άλλοτε τυχοδιωκτισμό.
Στη Συρία για παράδειγμα, επισημαίνει, η Αγκυρα κινείται με μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση απ’ όση συχνά της αποδίδεται. «Εάν το Ισραήλ και η Τουρκία ήθελαν πραγματικά να φθάσουν σε σύγκρουση για τη Συρία, αυτή θα είχε ήδη συμβεί». Ο δίαυλος αποτροπής και συνεννόησης μεταξύ των δύο πλευρών έχει μέχρι στιγμής συγκρατήσει την ένταση, υπογραμμίζει. Η τουρκική επιρροή στη Συρία είναι βαθιά, παραδέχεται. Η δε προσέγγιση Τουρκίας – Σαουδικής Αραβίας ενισχύει τον ρόλο της Αγκυρας στην ανοικοδόμηση της Συρίας και στηρίζει την προσπάθειά της να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στον Λίβανο – ένα ενδιαφέρον και σχετικά νέο σημείο που χρήζει στενής παρακολούθησης, όπως λέει. Σπεύδει, όμως, να πει ότι υπάρχει και ένα παράδοξο. Εάν η κυβέρνηση του Αχμαντ αλ-Σάρα μπορεί να στηρίζεται σε περισσότερες χώρες και όχι αποκλειστικά στην Τουρκία, ο βαθμός τουρκικού ελέγχου περιορίζεται. Για τις σχέσεις Ισραήλ – Σα ουδικής Αραβίας, η νέα πραγματικότητα δεν κλείνει την πόρτα της εξομάλυνσης, αλλά την κάνει όπως λέει βαρύτερη.
Ο «ΧΑΛΑΡΟΣ ΑΞΟΝΑΣ» ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον επανέρχεται η συζήτηση για έναν αντίρροπο άξονα Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Ινδίας. Η δρ Λίντενστραους θεωρεί ότι τα θεμέλια υπάρχουν ήδη, αλλά επιμένει στον όρο «χαλαρός άξονας». Στην άλλη πλευρά διακρίνει ένα επίσης χαλαρό σχήμα Τουρκίας, Πακιστάν, Κατάρ και πλέον Σαουδικής Αραβίας, ενώ η Αίγυπτος και το Αζερμπαϊτζάν παραμένουν τονίζει, με διαφορετικό τρόπο, ανάμεσα στα δύο. Οι συσχετισμοί, κατά την ειδικό, αποτυπώνονται σε σχέδια όπως ο οικονομικός διάδρομος IMEC και στην ενεργειακή συνεργασία της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Τουρκία, το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία προχώρησαν ένα βήμα περισσότερο, υπογράφοντας ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής αρωγής. Κατά την ερευνήτρια του INSS, όμως, προς το παρόν αποτελεί περισσότερο μήνυμα παρά κάποια δοκιμασμένη επιχειρησιακή πραγματικότητα. Υπάρχουν, άλλωστε, υπενθυμίζει, σαφή όρια. Η Ελλάδα και η Κύπρος ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η Ελλάδα και η Τουρκία στο ΝΑΤΟ, ενώ τα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων δεν ταυτίζονται.
Οι άξονες βοηθούν να διαβαστεί ο νέος χάρτης της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, δεν συνιστούν όμως ακόμη συμπαγείς συμμαχίες. Και οι κίνδυνοι σύγκρουσης; Δεν είναι καταδικασμένοι να συγκρουστούν. Μια συμφωνία ασφαλείας μεταξύ Ισραήλ και Συρίας, λ.χ. μια σταθερότερη Συρία και εμπορικές διαδρομές που θα περνούν από το έδαφός της θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κοινό όφελος και να χαμηλώσουν την ένταση. «Μιλάμε για μια τεράστια και εξαιρετικά σύνθετη γεωγραφική ζώνη», καταλήγει η δρ Λίντενστραους. «Υπάρχουν τρόποι να περιοριστούν οι εντάσεις. Αυτοί οι άξονες, λοιπόν, δεν είναι υποχρεωτικό να οδηγηθούν σε αντιπαράθεση».
Tο κλειδί για την Ελλάδα είναι η Αίγυπτος
Η Αίγυπτος είναι, κατά τη δρα Γκάλια Λίντενστραους, η χώρα που πρέπει να παρακολουθούν στενότερα το Ισραήλ και η Ελλάδα. Μια μετατόπιση της στάσης της στην Ανατολική Μεσόγειο θα επηρέαζε άμεσα και τις δύο χώρες, υποδεικνύει. Ποια είναι όμως τελικά η στάση του Καΐρου και γιατί προσεγγίζει τόσο την Τουρκία του μεγαλύτερου εχθρού του Αλ Σίσι, της Μουσουλμανικής Αδελφότητας; Η ειδικός αναφέρει ότι η πολιτική του Καΐρου εξηγείται από τρεις παράγοντες, οι οποίοι όπως τονίζει αλληλοτροφοδοτούνται.
Ο πρώτος είναι η οικονομική αδυναμία της Αιγύπτου και η διευρυμένη τουρκική παρουσία. Από τη Λιβύη έως το Σουδάν και την Αιθιοπία, η Αγκυρα έχει, λέει, αποκτήσει στρατιωτικά και διπλωματικά ερείσματα γύρω από την Αίγυπτο, εξασφαλίζοντας σημαντική μόχλευση. Ο δεύτερος είναι η κρίση στις σχέσεις Αιγύπτου – Ισραήλ εξαιτίας του πολέμου στη Γάζα.
Στέκεται ιδιαίτερα επικριτικά στις δηλώσεις ισραηλινών πολιτικών περί μετακίνησης του πληθυσμού της Γάζας που τρόμαξαν το Κάιρο, το οποίο με τη σειρά του φοβήθηκε ότι οι Παλαιστίνιοι θα ωθούνταν στο αιγυπτιακό έδαφος. Η Λίντενστραους χαρακτηρίζει αυτό το σενάριο ηθικά λανθασμένο και πρακτικά και ανεφάρμοστο. Η Αίγυπτος παραμένει κατηγορηματικά αντίθετη στην εγκατάσταση Παλαιστινίων λέει. Υπάρχει και τρίτος λόγος: η τουρκική αμυντική βιομηχανία προσφέρει συστήματα φθηνότερα από εκείνα των δυτικών προμηθευτών, χωρίς τις πολιτικές δεσμεύσεις που συνοδεύουν τις αμερικανικές αγορές. Ετσι, η Τουρκία γίνεται ολοένα πιο ελκυστική για την Αίγυπτο, εξηγεί.