Είναι κάποιες στιγμές – όσο «οχυρωμένη» κι αν μοιάζει η καθημερινότητά μας πίσω από ένα δημοσιογραφικό γραφείο – που το θετικό ξάφνιασμα προκύπτει σε χρόνο ανύποπτο. Ειδικά όταν η αποστολή ποιητικών συλλογών είναι από τις πλέον συχνές, σε σημείο που αισθάνεται κανείς ότι δεν επαρκεί ο χρόνος για να αποκτήσει ουσιαστική εικόνα – και αυτό μπορεί να εκληφθεί και ως ένα είδος αμηχανίας απέναντι στους αναγνώστες, οι οποίοι συνεχίζουν, σε σημείο συγκινητικό, τη γνωστοποίηση ακριβώς των νεότερων συλλογών τους.
Μία από αυτές είναι του Πέτρου Μητρόπουλου: «…και η νύχτα κύλησε στο ρείθρο» (εκδ. Κέδρος). Από τις πρώτες εικόνες που εντυπώνονται προέρχονται από το ποίημα «Όπως το τρένο το υπεραστικό», σε στίχο ελεύθερο και ακόμη πιο ελεύθερη φαντασία:
Όπως το τρένο το υπεραστικό μπαίνει στον σταθμό και
Πλήθος διασταυρούμενο συναλλάσσεται το ταξίδι, κι ο εραστής,
Αργά αργά, δένει στο κρεβάτι μετανιωμένος τα παπούτσια,
Κάπως έτσι περνάει η ζωή.
Πυρά ανελέητα πυρπόλησαν την ανίδεη ψυχή μας.
Απόσταση τετελεσμένη μας χωρίζει πια, από τα
Χρόνια πολλά, να ζήσετε, και του χρόνου με υγεία.
Για ό,τι με βασανίζει.
Να γράψω ένα ποίημα για το χρέος, για το απροσδόκητο,
Για τα παιδιά στην επαρχιακή οδό που μαζεύουν κασέτες και
αναπτήρες στα συντρίμμια έπειτα από το δυστύχημα…
Το γλωσσικό απόθεμα της συλλογής αντλεί από τον μοντερνισμό, την εκκλησιαστική γλώσσα, την ποίηση των «προπατόρων» («Τα Βοδενά, Μάρκο μου, πίσω ποιος θα σου φέρει και ποιος εσένα, Μιχάλη, τα Γιάννενα που γυαλίζουν»), χωριστά τον Γιώργο Μαρκόπουλο, το ίδιο το άγχος της γραφής μπροστά στη λευκή σελίδα: «Τι σημαίνει άραγε παγκόσμια ημέρα ποίησης δεν καταλαβαίνω/ Τι γιορτάζουμε ή τι πενθούμε δεν ξέρω/ Αίθουσες κατάμεστες, μαυσωλεία, φωτογραφίες τεθνεώτων, καντήλια/ Βλέμματα νυσταλέα, λόγια αποτίμησης, άνθρωποι κατάκοποι από το βάρος της ημέρας, κρατώντας σακούλες φαρμακείων και τσάντες επώνυμων μπουτίκ».
Αξίζει και μία αναφορά σε ένα ποίημα με τίτλο… ανεπίκαιρο, που ωστόσο μεταφέρει αυτούσιο το μεικτό και νόμιμο στυλ της ποιητικότητας με τον δοκιμιακό στοχασμό και την παρατήρηση – το «Περασμένα Χριστούγεννα»:
«Αν είσαι κάπου στον κόσμο, σκέψου μια ελάχιστη βροχή, σαν αυτή που πρόλαβε μόνο να λερώσει τα παπούτσια, ένα κέρμα που κύλησε, σαν αυτό στον δίσκο της Θείας Λειτουργίας. Αν είσαι κάπου στον κόσμο, σκέψου ότι η απόσταση είναι κάτι περισσότερο από ευχές και οι κραυγές δύσκολη περιπέτεια. Μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, πίνοντας τσίπουρο παλαιωμένο, σε σκέφτομαι, σε αποταμιεύω, με λέξεις σε ζωγραφίζω, όπως μια χώρα την ανεξαρτησία της, σε περιμένω».