Αλέξανδρος Καμπουράκης στα «ΝΕΑ»: Επιμένω να είμαι υπέρμαχος του κλασικού τρόπου δισκογραφίας

Κατ’ αρχάς, ποια η θέση του ακορντεόν στη σημερινή λαϊκή, και εν γένει, ορχήστρα και ποια η αποδοχή του από το ακροατήριο;

Το ακορντεόν με τον τόσο πλούσιο από τη φύση του χαρακτήρα, ηχητικά, αρμονικά και ρυθμικά, μπορεί να παίξει οποιοδήποτε ρόλο σε μια ορχήστρα. Ντουμπλάρει εισαγωγές, έχει κυρίως θέμα σε αυτές ή ανταποκρίσεις, έτσι όπως είναι δομημένη η λαϊκή μας μουσική, κάνει αυτοσχεδιασμούς – ταξίμια και εναλλάσσεται άμεσα από άκρως σολιστικά μέχρι συνοδευτικά με τρόπο μοναδικό. Πέρασε μια φάση που ήταν εξαφανισμένο τελείως από τις λαϊκές ορχήστρες, αλλά επέστρεψε δυναμικά και κρατάει μέχρι σήμερα τον ρόλο και τον χαρακτήρα που του αξίζει. Το ακροατήριο, θεωρώ, πως όλο και με μεγαλύτερο σεβασμό και αγάπη, ανταποκρίνεται στην παρουσία και στο άκουσμά του.

Πώς μυηθήκατε στο εν λόγω μουσικό όργανο και ποιες οι βασικές σας επιρροές;

Η φωτογραφία ενός μικρού παιδιού με ακορντεόν, ήταν η πρώτη μου επαφή στην ηλικία των 3 χρόνων. Ελιωσε στα χέρια μου, κοιτώντας την εμμονικά θα έλεγα, και ήταν ο λόγος που απέκτησα το πρώτο μου όργανο, ένα παιδικό ακορντεόν αγορασμένο από μια λαϊκή αγορά.

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που αγαπούσε και άκουγε πολλή μουσική με διαφορετικά ακούσματα – ελληνικά και ξένα. Κλασικά, έντεχνα, λαϊκά, ρεμπέτικα, δημοτικά, βαλκανικά. Ο πρώτος δίσκος του Λάζαρου Κουλαξίζη, η μουσική από τον «Θίασο» του Αγγελόπουλου με τον ήχο του ακορντεόν από τον Αντρέα Τσεκούρα και η συναυλία των Taraf de Haidouks στον Λυκαβηττό, στην ηλικία των 4 χρόνων με τους γονείς μου, θεωρώ πως ήταν καθοριστικά. Από τότε σχεδόν, είμαι με το ακορντεόν στα χέρια. Το σπούδασα, το μελέτησα πολύπλευρα και το μελετώ ακόμη.

Το θεωρείτε ένα σολιστικό όργανο που μπορεί αυτοδύναμα να υποστηρίξει παραστάσεις και κονσέρτα;

Με τον ηχητικό του πλούτο και τις τεράστιες δυνατότητες που το διακρίνουν, είναι ένα εξαιρετικό σολιστικό όργανο, που μπορεί να υποστηρίξει οποιουδήποτε είδους μουσική παράσταση.

Και με την εργασία σας «Αστραπιαία» επιμένετε σε δισκογραφικές προτάσεις, με τη συμμετοχή καλών μουσικών.

Πάντα ήμουν θαυμαστής των καλών μουσικών, τους οποίους αντιμετωπίζω με μεγάλο σεβασμό. Ολες μου οι δημιουργίες στήνονται μέχρι στιγμής γύρω από συγκεκριμένα πρόσωπα, που έχω φανταστεί αυτά να εκτελούν τα κομμάτια μου, δίνοντάς τους χώρο να αυτοσχεδιάσουν ελεύθερα, συμπληρώνοντας τον μουσικό μου κόσμο με την προσωπική τους έκφραση. Ανέκαθεν πίστευα ότι ο δίσκος δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία ψηφιακή μορφή, ούτε μεμονωμένα singles, όπως βγαίνουν τώρα.

Γιατί; Τι εμπεριέχει ένας δίσκος, ως ενότητα, σε σχέση με απλά ή σκόρπια ψηφιακά παιξίματα;

Θεωρώ ότι ο δίσκος στη φυσική του μορφή, έχει τη μαγεία του, ως ολοκληρωμένο άκουσμα με αρχή, μέση και τέλος χωρίς να είναι καθόλου τυχαία η σειρά στην οποία μπαίνουν τα κομμάτια, με τον συμβολισμό και το μήνυμα που θέλει να περάσει ο δημιουργός.

Η «ιεροτελεστία» τού να παίρνει κάποιος το εξώφυλλο στα χέρια του, κοιτώντας το γενικό στήσιμο με τα κείμενα, τις φωτογραφίες, τις σκέψεις του δημιουργού που το συνοδεύουν και τις πληροφορίες που αναφέρονται στους μουσικούς και όλους τους συντελεστές της παραγωγής, σε βάζουν σε ένα κόσμο που δεν μπορεί με τίποτα να υποκατασταθεί. Διαφωνώ με την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα γενικώς στη «σύγχρονη κοινωνία» και πως αυτή επιβάλλεται και επιβάλλει τους δικούς της αμείλικτους κανόνες. Προσπαθώ και επιμένω, όσο έχω τη δυνατότητα, να είμαι υπέρμαχος και θιασώτης του κλασικού τρόπου δισκογραφίας. Ετσι λειτουργώ, αναπνέω και ταυτίζομαι, γιατί αυτός είμαι εγώ εν τέλει.

Δεν σας αποτρέπουν η απαξία της δισκογραφίας ή η άνθηση του Ιντερνετ;

Δεν με αποτρέπουν. Επιμένω να δομώ και να κυκλοφορώ τις εργασίες μου σε χρόνο, πραγματικό. Είναι φωτογραφίες και προσωπικό μου ημερολόγιο, το οποίο θέλω να κοινωνήσω στον κόσμο με όλη μου την αλήθεια.

Τι σας ωθεί να επιδίδεστε σε συνθέσεις, οργανικά, ενώ έχετε μια σταθερή παρουσία σε μαζικά κέντρα και συναυλίες; Είναι μια διαφορετική λειτουργία το γράψιμο και το στούντιο από την εκτέλεση ενώπιον του κοινού;

Πάντα μου άρεσαν οι οργανικές συνθέσεις και έβρισκα πολύ γοητευτικό να ανακαλύπτω όσα δεν έχουν ειπωθεί με λόγια. Το παίξιμο ζωντανά μπροστά σε κόσμο έχει το μοναδικό χαρακτηριστικό της αλληλεπίδρασης με αυτόν, με τα συναισθήματα που γεννιούνται αυθόρμητα στη μέθεξη της στιγμής. Το γράψιμο στην απόλυτη ησυχία του studio είναι μια διεργασία πολύ πιο αυστηρή, εσωτερική, που απαιτεί μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια, ενώ η δημιουργική συνύπαρξη με τους συναδέλφους μουσικούς και τον ηχολήπτη καθορίζουν ουσιαστικά το τελικό αποτέλεσμα. Τέλος, θεωρώ πως το ζωντανό παίξιμο καταγράφεται σαν ανάμνηση της στιγμής, ενώ το γράψιμο στο studio μένει για πάντα.

Σήμερα έχει αναπτυχθεί το έδαφος για μια πιο ακαδημαϊκή προσέγγιση των λαϊκών οργάνων και ειδικότερα του ακορντεόν (π.χ. μέσω μουσικών σχολείων και αλλού).

Σήμερα όλα τα λαϊκά και παραδοσιακά όργανα, όπως και το ακορντεόν, μπορούν να έχουν και μια πιο ακαδημαϊκή προσέγγιση. Σε αυτό, αναμφίβολα σημαντική είναι η συμβολή των μουσικών σχολείων και των μουσικών πανεπιστημίων. Η εμπεριστατωμένη θεωρητική προσέγγιση και η πρακτική εκμάθηση των οργάνων από εξαιρετικούς καθηγητές νομίζω πως έχουν δημιουργήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα νέα μουσική πραγματικότητα.

Διδάσκεστε, μελετάτε, εμπνέεστε παρ’ όλα αυτά και λαϊκά παλαιότερα παιξίματα από ζωντανές ηχογραφήσεις, δίσκους ή και Λάιβ και από σολίστες συναδέλφους σας που έχουν προηγηθεί – όπως από τη γενιά του ’60 τον Κουλαξίζη, τον Κοινούση και άλλους – , αλλά και μεταγενέστερους – σαν τον Τσεκούρα ή τον Βαβάτσικα ή τον Κούρτι;

Είχα την τύχη να γνωρίσω και να είμαι τρόπον τινά ο μοναδικός μαθητής του Λάζαρου Κουλαξίζη, τον οποίο αγαπώ και εκτιμώ απεριόριστα ως άνθρωπο και μουσικό. Ο Αντρέας Τσεκούρας στο Ωδείο Αθηνών – και πέρα από αυτό – ήταν και είναι για μένα από τις πιο καθοριστικές γνωριμίες στην πορεία μου ως μουσικού και ανθρώπου. Ο Ηρακλής Βαβάτσικας, με την ακρίβεια και τον τεράστιο πλούτο γνώσεων που τον διακρίνει, ήταν επίσης για μένα πραγματικά πολύ σημαντικός. Εκτός από αυτούς που ήταν δάσκαλοί μου, μελέτησα βαθιά από τη δισκογραφία και θεωρώ πως με επηρέασαν με τον τρόπο τους, όλοι οι μεγάλοι ακορντεονίστες όπως αυτοί που αναφέρατε αλλά και η Ευαγγελία Μαργαρώνη, ο Κώστας Σταματάκης (με τον οποίο γνωριστήκαμε και είχαμε αμοιβαία εκτίμηση), ο Αγγελος Αβράμης, ο Βασίλης Βασιλειάδης. Ξεχωριστή αναφορά θα ήθελα να κάνω στον σπουδαίο και πρόωρα χαμένο Βασίλη Δρογκάρη.

Οι σπουδές σας στη μουσική, μα και στη Θεολογία, αποτέλεσαν εφόδιο και σκευή για το ταξίδι σας με το ακορντεόν;

Μουσική και Θεολογία έχουν κοινό το στοιχείο της μελωδίας και αποτελούν και οι δύο καταφύγιο και λιμάνι για τον άνθρωπο. Αποτυπώνουν την εσωτερική ανάγκη του για έκφραση και επικοινωνία και προσπαθούν να δώσουν «λύσεις ή απαντήσεις» σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Αλλωστε, όπως σε κάθε τέχνη, έτσι και στη μουσική πρέπει να υπάρχει μια αίσθηση θα έλεγα «καλογερική», αφοσίωση δηλαδή, πάθος και ο κάθε καλλιτέχνης να λειτουργεί τρόπον τινά σαν «διά Χριστόν σάλος». Κάπως έτσι σκέφτομαι και πορεύομαι, με αυτές τις αποσκευές στο ταξίδι της ζωής μου.