«Γιατί ακούσαμε το “Τσοβόλα δώσ’ τα όλα”, γιατί ζήσαμε το “βρώμικο ’89”, γιατί βγήκε σιδερένιος ο Ανδρέας, γιατί πιστέψαμε ότι θα ζήσουμε για πάντα». Αυτές οι φράσεις ακούγονταν πάνω από έναν ρυθμό εν είδει τσιφτετελιού που παιζόταν με ηλεκτρική κιθάρα και αρμόνιο. Αν η περιγραφή της σκηνής μείνει εδώ και κάποιος στοιχηματίσει για τον χώρο στον οποίο εκτυλίσσεται, μάλλον θα χάσει. Δεν εκτυλίσσεται σε κάποιο λαϊκό πάλκο αλλά σε μια βοηθητική αίθουσα στην Εθνική Λυρική Σκηνή.
Είναι 11 το πρωί, μπροστά από τα σκηνικά της «Κάρμεν», τα οποία είχαν αποσυρθεί από την κεντρική σκηνή όπου παρουσιάζεται η όπερα του Μπιζέ, στήθηκαν τραπέζια με λευκά τραπεζομάντιλα με τρόπο που θύμιζαν μπουζούκια στην εποχή της ακμής τους. Γύρω τους ήταν καθισμένα 80 άτομα – όσα συμμετείχαν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα 65+ και προετοίμασαν την παράσταση που εμπνεύστηκε και σκηνοθέτησε ο Αλέξανδρος Ευκλείδης με τον τίτλο «Ερωτά μου αγιάτρευτε: ένα ραντεβού με την ιστορία».
Σουξέ και ιστορίες
Ερωτας και πολιτική θα μπορούσε να είναι ο υπότιτλος της εποχής που έδωσε τραγούδια καψούρας αλλά απόλυτα συνθηματικής χρήσης: «Batida de Coco» – Αρλέτα, «Σ’ όποιον αρέσουμε» – Δήμητρα Γαλάνη, «Συχνότητα» – Βίκυ Μοσχολιού, «Πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες» – Πωλίνα, «Δώδεκα» – Αννα Βίσση, «Ερωτά μου αγιάτρευτε» – Κώστας Κόλλιας, «Και λέγε λέγε» – Στράτος Διονυσίου, «Μαργαριτάρια» – Κώστας Μακεδόνας, «Πότε Βούδας πότε Κούδας» – Νίκος Παπάζογλου, «Το ‘πε, το ‘πε ο παπαγάλος» – Λευτέρης Πανταζής. Είναι μερικά από αυτά που θα ακουστούν στην Εναλλακτική Σκηνή, ανάμεσα στις ιστορίες που θα αφηγηθούν οι συμμετέχοντες, εκείνοι οι οποίοι έζησαν την ιστορία, σαν και αυτή του Θεμιστοκλή Κοτσυφάκη: «Το λοιπόν, τις καλύτερες σχέσεις τις κάνεις στις διαδηλώσεις. Και μάλιστα σε αυτές που διαρκούν πολύ. Οπως οι μεγάλες απεργίες εκπαιδευτικών. Ολονυκτίες κάτω από το υπουργείο: 1η, 2η ώρα φωνάζεις συνθήματα, 3η, 4η κουβεντιάζεις, τι έγινε από τη συνάντηση με τον υπουργό; Από 5η ώρα και μετά αρχίζεις τις γνωριμίες. Πώς σε λένε, πού δουλεύεις, μόνη σου ζεις;…».
Πώς ισορροπούν όμως ο έρωτας και η πολιτική τα κύρια χαρακτηριστικά τους στη σκηνή; Ο δημιουργός του συναρπαστικού εγχειρήματος μας λέει: «Είμαι ένα κατασκεύασμα της δεκαετίας του 1980 και γι’ αυτό, όταν μιλάω γι’ αυτή, μιλάω για ό,τι κατακάθισε στη μνήμη και στην εμπειρία μου, δηλαδή με τρόπο εντελώς υποκειμενικό. Οπως την έζησα, ως παιδί και νέος, η δεκαετία του ’80 ήταν η τελευταία όπου η πολιτική βρισκόταν σε τέτοιο βαθμό μέσα στη ζωή των ανθρώπων. Μετά ξεκίνησε σταδιακά η εκχώρησή της στην τεχνοκρατία. Υπήρχε μια ερωτική σχέση με την πολιτική και τους πολιτικούς. Η αγάπη του λαού για τον Ανδρέα ήταν κάτι που παιδιά που γεννήθηκαν μετά το 2000 δεν μπορούν (και ευτυχώς) να το κατανοήσουν. Από την άλλη, ήταν μια εποχή καψούρας. Ακούς τα τραγούδια αυτής της εποχής και ξεχειλίζουν από έναν ερωτισμό που νομίζω ότι ανήκει στην εποχή. Από τη Λένα Πλάτωνος μέχρι τη Ρίτα Σακελλαρίου ή την Αντζελα Δημητρίου, υπάρχει μια ξεχωριστή αποτύπωση του έρωτα στο τραγούδι (κι αυτό βέβαια μας ενδιαφέρει εδώ, γιατί από τα τραγούδια ξεκινήσαμε να βολιδοσκοπούμε την εποχή). Οπότε, με τους δύο πυλώνες αυτούς στο μυαλό, πορευτήκαμε όλη τη χρονιά με την υπέροχη ομάδα των 80 και πλέον ατόμων 65+. Μιλήσαμε πολύ για έρωτα και πολιτική και φέρνουμε ένα απόσταγμα των δύο στη σκηνή, που ελπίζουμε να έχει το έντονο, σαν τις κολόνιες της εποχής, άρωμα της δεκαετίας του ’80».
Χωρίς ωραιοποίηση
Μία από τις δυσκολίες της παράστασης είναι να αποφύγει κανείς τις συμπληγάδες της ωραιοποίησης αυτής της εποχής. Ο Αλ. Ευκλείδης εξηγεί πως όσοι την έζησαν δεν είναι δύσκολο να μην ωραιοποιήσουν την εποχή αυτή γιατί, όπως τονίζει, ήταν μια εποχή ασχήμιας. Η ζωή στις πόλεις ήταν ανυπόφορη, η μόλυνση απίστευτη, η βρωμιά αδιανόητη με τα σημερινά δεδομένα. «Ποτέ μου δεν ωραιοποίησα τα 80s, αυτή είναι η δουλειά των νεότερων γενιών, που ανακαλύπτουν τα ριζοσπαστικά τους στοιχεία, την καλτίλα τους, την υπερβολή που χαρακτήριζε την ποπ κουλτούρα της εποχής. Με τα χρόνια, ανακαλύπτω και κάποιες αρετές της. Για παράδειγμα, μια εγχώρια ποπ κουλτούρα που είχε ακόμη έναν μεγάλο βαθμό αυθεντικότητας. Εγώ, που μεγάλωσα με κλασική μουσική και είχα ως ίνδαλμά μου τη Μαρία Κάλλας, έφριττα με τα λαϊκά της εποχής. Ο σνομπισμός μου δεν μου επέτρεπε να δω την, όποια, ομορφιά τους. Αλλά άφησαν βαθιά μέσα μου το σημάδι τους. Ο Πάριος ήταν κομμάτι του ηχοτοπίου της δεκαετίας, δεν τον απέφευγες. Θαύμαζα τις συμφωνίες του Αντον Μπρούκνερ στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, αλλά μέσα μου έχουν μπερδευτεί με το “Το ‘πε, το ‘πε ο παπαγάλος” που ακόμη θυμάμαι να ακούω από ένα παράθυρο σε μια ανηφόρα της γειτονιάς μου στη Θεσσαλονίκη. Και για κάποιο λόγο, τόσα χρόνια, όποτε πάω σε καραόκε, διαλέγω πάντα να λέω τραγούδια του Στράτου Διονυσίου».