Με πρόδηλη ανησυχία παρακολουθεί η ελληνική πλευρά την κρίση στις σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ, σε μια περίοδο κατά την οποία καταγράφεται αξιοσημείωτη κλιμάκωση των αντεγκλήσεων μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ, η οποία πλέον λαμβάνει – όπως επισημαίνεται από διπλωματικές πηγές – διαστάσεις αμοιβαίας υπαρξιακής απειλής.
Με το επόμενο διάστημα των 45 ημερών να αξιολογείται, εκ των πραγμάτων, ως κρίσιμο καθ’ ότι το Ισραήλ οδεύει προς βουλευτικές κάλπες στις 27 Οκτωβρίου, και με τις αναλύσεις να κάνουν λόγο για «εξαιρετικά αμφίρροπη αναμέτρηση», η έκβαση της οποίας θα καθορίσει το κατά πόσο ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θα παραμείνει στην εξουσία, τα διπλωματικά επιτελεία σε Αθήνα και άλλες πρωτεύουσες πέριξ της ευρύτερης περιοχής παρακολουθούν στενά τις κορυφώσεις που καταγράφουν οι (οριακά καθημερινές) αντιπαραθέσεις μεταξύ των δύο πλευρών, με τους ηγέτες Τουρκίας και Ισραήλ να απαντούν πια ευθέως ο ένας στον άλλον χρησιμοποιώντας άκρως βαρείς χαρακτηρισμούς, με φόντο και την κατάσταση σε Γάζα, Λίβανο και Ιράν.
Παρά το ότι από κάθε πλευρά γίνεται λόγος για γνήσια ανησυχία γύρω από την τουρκοϊσραηλινή ένταση, την ίδια ώρα και από την Αθήνα και από το Τελ Αβίβ εκφράζεται η ελπίδα πως δεν θα μεταφερθεί η συγκεκριμένη όξυνση επί του πεδίου, εξέλιξη που θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή. Όπως τονίζεται από αρμόδιες πηγές, αν και η κατάσταση χρήζει κάποιας προσοχής, στην πραγματικότητα κανένα «στρατόπεδο» δεν θα είχε συμφέρον να το πάει στα άκρα. Η παρούσα εκτίμηση είναι πως η αντιπαράθεση θα συνεχίσει να εξελίσσεται – για λόγους που συμφέρουν και τις δύο πλευρές – σε επίπεδο ρητορικό, με τους αξιωματούχους ένθεν κακείθεν να αναλαμβάνουν κάθε τόσο να απαντούν, δείχνοντας (εντός και εκτός) πως δεν εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και τις διεκδικήσεις τους στην περιοχή.
Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, πως με φόντο την εξελισσόμενη κρίση στο συγκεκριμένο δίπολο, έχουν δρομολογηθεί περιφερειακές εξελίξεις όπως ήταν η αμυντική «Συμφωνία της Μέκκας» μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν, την ώρα που και το Ισραήλ, λέγεται από αναλυτές, πως επιδιώκει τη σφυρηλάτηση ενός άξονα που περιλαμβάνει Ελλάδα, Κύπρο, Ινδία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στη βάση κυρίως του φιλόδοξου πρότζεκτ του IMEC.
Αδιαμφισβήτητο γεγονός, βέβαια, θεωρείται από την ελληνική πλευρά το ότι η στρατηγική σχέση της χώρας μας με το Ισραήλ και η στενή αμυντική, ενεργειακή και τεχνολογική συνεργασία έχουν επιδεινώσει εσχάτως τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με την Άγκυρα να κάνει λόγο για στοχοποίηση και περικύκλωση και τον ίδιο τον Ερντογάν να διαμηνύει εν είδει απειλής πως «η Τουρκία δεν πρόκειται να παραμείνει αδρανής απέναντι σε ενέργειες που θεωρεί εχθρικές στην περιοχή» (βλέπε GSI). «Κόκκινο πανί» για τον τούρκο πρόεδρο είναι και η «Ασπίδα του Αχιλλέα», με την οποία κατ’ ουσίαν εξουδετερώνεται πλήρως η πάγια πρακτική της χώρας του να χρησιμοποιεί απειλή στρατιωτικής βίας και να αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα στην πράξη.
Δεν απειλεί κανέναν
Παρά το υπαρκτό κλίμα έντασης στην περιοχή, για την Ελλάδα είναι σαφές πως εφόσον διαρκώς διαμηνύει πως δεν απειλεί κανέναν και πως δεν θα ζητήσει την άδεια κανενός για το πώς θα εξοπλίζεται και ποιες συμμαχίες θα συνάπτει, το μέλλον της θα συνεχίσει να περιλαμβάνει στο διπλωματικό του μείγμα την εμβάθυνση της σχέσης με το Ισραήλ (με το οποίο η ελληνική πλευρά κατορθώνει να μην ταυτίζεται), την ώρα που θα συνεχίσει να καλλιεργεί και τις σχέσεις με άλλους στρατηγικούς εταίρους από τον αραβικό κόσμο και την ΕΕ. Ενόσω, δε, το ρήγμα μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ βαθαίνει, και την ώρα που τα «ήρεμα νερά» καταγράφουν ολοένα και μεγαλύτερους κυματισμούς, με ενδιαφέρον αναμένεται και η άφιξη Ρούμπιο στην Αθήνα, για την οποία αναζητείται ημερομηνία ακόμη και εντός Οκτωβρίου, χωρίς ωστόσο να έχει προσώρας «κλειδώσει» τίποτα, όπως επιβεβαιώνουν αρμόδιες πηγές.