Το μεσημέρι της περασμένης Κυριακής ο Άγγελος Χατζής απολάμβανε μερικές ώρες ύπνου και ξεκούρασης. Την καλοκαιρινή σιέστα διέκοψαν κάποιοι θόρυβοι που άκουσε ξαφνικά έξω από το σπίτι του στα Περιστέρια της Σαλαμίνας.
Οταν σηκώθηκε και άνοιξε την κουρτίνα, διαπίστωσε ότι παντού γύρω του υπήρχαν φλόγες. Για την επόμενη μιάμιση ώρα προσπαθούσε με ό,τι μέσο είχε διαθέσιμο να γλιτώσει την κατοικία του. Απέτρεψε τη φωτιά από το να μπει στο εσωτερικό της, ωστόσο η βεράντα υπέστη καταστροφές, ενώ ο ίδιος υπέφερε από εγκαύματα.
«Οταν είδα τις θεόρατες φλόγες γύρω γύρω από το σπίτι, ντύθηκα και πήρα πετσέτες με νερό και τις πέταγα στο παράθυρο και τις πόρτες για να μην μπει η φωτιά μέσα. Αν πέρναγε, θα ήταν ολική η καταστροφή», λέει στα «ΝΕΑ» μερικές ημέρες αργότερα, όσο ακόμα σκουπίζει τα αποκαΐδια που άφησε πίσω της η φονική πυρκαγιά.
Ο πρώην χορογράφος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής περιγράφει πως λόγω της φωτιάς είχε κοπεί η παροχή νερού στο σπίτι του, όμως στάθηκε τυχερός επειδή είχε διαθέσιμα πολλά μπουκάλια νερό, τα οποία χρησιμοποίησε για να σώσει ό,τι μπορούσε.
Μάλιστα, όταν αυτά τελείωσαν, επιστράτευσε μέχρι και κουτάκια… μπίρας, τα οποία, όπως λέει, κουνούσε και έπειτα άνοιγε με πίεση προς τις φλόγες.
Οπως επισημαίνει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής σύνδεσης, η Πυροσβεστική δεν μπορούσε να φτάσει μέχρι το σπίτι του.
Οταν έφτασε η Αστυνομία κι επιχείρησε να τον απομακρύνει από εκεί για την ασφάλειά του, ο ίδιος αντιστάθηκε σθεναρά και παρόλο που αρχικά αποχώρησε, τελικά επέστρεψε για να συνεχίσει τη μάχη, μια απόφαση που θεωρεί ότι τελικά απέτρεψε τα χειρότερα.
Παρόλο που οι υλικές ζημιές περιορίστηκαν στο εξωτερικό του σπιτιού – κατέστρεψε όλα τα έπιπλα και την κεραμοσκεπή της βεράντας –, ο ίδιος υπέστη εγκαύματα στα χέρια, την πλάτη και τα μαλλιά.
Η στιγμή που θυμάται πιο έντονα από εκείνες τις δραματικές ώρες είναι αυτή που φοβήθηκε για τη ζωή του: «Ενώ ο αέρας ήταν βορεινός και φύσαγε προς τη θάλασσα, ξαφνικά είχε ριπές και από τον Νοτιά.
Εκεί ήταν η στιγμή που βγήκα, έκλεισα την μπαλκονόπορτα για να μην μπει μέσα η φωτιά και έσπασαν όλα τα τζάμια, άρχισαν να καίγονται τα παραθυρόφυλλα. Ημουν μέσα στη φωτιά.
Το μόνο πράγμα που φοβήθηκα ήταν ότι είχα ρεύμα. Τα καλώδια έλιωναν και φοβήθηκα ότι αν ακουμπήσουν στην πέργκολα που είναι σιδερένια και την πιάσω εγώ θα πάθω ηλεκτροπληξία και θα πεθάνω ακαριαία».
Η επόμενη ημέρα
Η επόμενη ημέρα βρήκε τους κατοίκους της Σαλαμίνας να μαζεύουν τα απομεινάρια τους και να μετρούν τις πληγές που άφησε πίσω της η πύρινη λαίλαπα.
Αυτό ισχύει τόσο για τις υλικές ζημιές όσο και για το ψυχολογικό βάρος της απώλειας δύο γειτόνων τους. Οι δύο άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους – ένα ζευγάρι 91 και 72 ετών – έμεναν κοντά και ήταν γνωστοί και του Α. Χατζή.
Και βέβαια τόσο τα Περιστέρια όσο και τα Σελήνια είναι μέρη που οι κάτοικοι – είτε μόνιμοι είτε παραθεριστές – είχαν συνδέσει με ανέμελες στιγμές καλοκαιρινής χαλάρωσης.
Ο Χατζής έχει το συγκεκριμένο σπίτι ως μόνιμη κατοικία του τα τελευταία 12 χρόνια, ενώ πριν το χρησιμοποιούσε ως εξοχικό. Oπως λέει, όλη η γειτονιά ήταν μια παρέα και έκανε γιορτές κάθε Δεκαπενταύγουστο. Αυτή τη χρονιά όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. «Hταν ένας παράδεισος. Ξύπνησα και τώρα είναι ένας εφιάλτης», λέει.
Ο ίδιος περιγράφει τις εικόνες της επόμενης ημέρας. «Oταν σηκώθηκα, είχε φυσικά τη μυρωδιά και την έχει ακόμη. Αυτό θα αργήσει πολύ να φύγει. Υπάρχει ένα απέραντο μαύρο.
Μια μαυρίλα από όλα τα αποκαΐδια. Λίγο να φυσήξει, σηκώνεται η στάχτη και πάνω που καθαρίζεις ξαναγίνεται όλο λευκό. Μου θύμισε λίγο την Πομπηία».
Το πιο έντονο συναίσθημα που μένει όμως είναι ο φόβος για το μέλλον. «Το επόμενο που περιμένουμε είναι μια βροχή που θα καθαρίσει τη μαυρίλα και θα δηλητηριαστεί ο υδροφόρος ορίζοντας γιατί όλη η βρωμιά θα πάει κάτω.
Και εάν είναι δυνατή η βροχή, θα πνιγούμε από τα νερά γιατί δεν υπάρχει βλάστηση, δεν υπάρχουν τα πεύκα. Είναι όλα καμένα. Περιμένουμε άλλη μία συμφορά».