Η εποχή που φοβόμαστε το χρώμα – Γιατί το γκρι, το μαύρο και το λευκό κυριαρχούν παντού;

Εχει ήδη περάσει το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα και πολλά έχουν ήδη αλλάξει. Ανάμεσα στα άλλα, η ζωή μας σε επίπεδο χρωμάτων μοιάζει να έχει γίνει πλέον μονότονη, καθώς η «παλέτα» της περιορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στο άσπρο, το μαύρο και τις ατελείωτες αποχρώσεις του γκρι. Κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι το πράσινο από τα δάση εξαφανίζεται και ο ουρανός μοιάζει λιγότερο γαλανός. Αποτελεί και προϊόν επιλογής.

Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς ότι σήμερα, περπατώντας στον δρόμο, περιμένοντας στη στάση του μετρό, μπαίνοντας στην πολυκατοικία μας, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα είδος… χρωματοφοβίας. Ολα μοιάζουν ίδια ή, έστω, παρόμοια. Γιατί, όμως, έχουμε αποβάλει το χρώμα από την ζωή μας και γιατί αποφεύγουμε την έκφραση των ορέξεών μας μέσα από έντονες αποχρώσεις; Πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο; Ειδικοί από τον χώρο του αυτοκινήτου, της αρχιτεκτονικής, της μόδας και της τεχνολογίας, δίνουν τη δική τους απάντηση.

Η μόδα και το Millennial Gray

Στη σύγχρονη βιομηχανία της μόδας, η επιλογή της παλέτας σπάνια αποτελεί μια απλή αισθητική απόφαση. Σε κάθε εποχή, η μόδα καταναλώνεται με την ίδια ταχύτητα, με το χρώμα να «επιστρατεύεται» – συχνά από τους μηχανισμούς παραγωγής – απλώς για να προσφέρει μια πρόσκαιρη οπτική ανανέωση χάριν των πωλήσεων. Στη σημερινή εποχή, όμως, η γενιά των «Millennials» επέλεξε μια συνειδητή υποχώρηση από την ένταση, υιοθετώντας το λεγόμενο Millennial Gray. Το γκρι που, ως η απόλυτη ουδέτερη ζώνη ανάμεσα στο λευκό και το μαύρο, εκφράζει μια γενιά που δυσκολεύεται να λάβει αποφάσεις ή να διαμορφώσει μια ακλόνητη πολιτική θέση.

Παράλληλα, η μόδα παραμένει ένα ισχυρό πολιτικό εργαλείο, όπου η ρήξη επιτυγχάνεται είτε με την απόλυτη παρουσία του χρώματος είτε με την πλήρη απουσία του. Στο διάβα του 20ού και του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα, τα κινήματα χρησιμοποίησαν τη μόδα ως τρόπο αντίδρασης.

Από τα ροζ καπέλα και τις καρφίτσες ως σύμβολα, τις μαύρες τουαλέτες στην τελετή των Οσκαρ το 2017, στο πλαίσιο του κινήματος #MeToo το οποίο λειτούργησε ως μια αυστηρή, κομψή δήλωση ενάντια στην αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος. Το μαύρο επιβάλλει σεβασμό, δημιουργεί μια γοητευτική απόσταση και ορίζει ξεκάθαρα όρια, σε αντίθεση με το γκρι που στερείται περιγράμματος και ιστορικού αισθητικού βάθους.

«Στα σύγχρονα αστικά περιβάλλοντα των ασφυκτικά χτισμένων πόλεων, η χρωματική πανσπερμία μετατρέπεται συχνά σε οπτικό θόρυβο», σημειώνει η δημοσιογράφος των «ΝΕΩΝ», Εφη Φαλίδα. Σε έναν κόσμο ήδη κορεσμένο από ερεθίσματα, η επιλογή της μονοχρωμίας δεν αποτελεί απαραίτητα έλλειψη αισθητικής, αλλά «διάλειμμα» από την πληροφορία. Μαύρο και λευκό προσφέρουν τη νηφαλιότητα που χρειάζεται ο εγκέφαλος για να επεξεργαστεί την πραγματικότητα και να διατηρήσει την πνευματική του διαύγεια.

Η ακτινογραφία της κτιριακής «παλέτας»

Στην αστική Ελλάδα, γκρι, λευκό, μπεζ και κρεμ αποτελούν τις βασικές επιλογές στις προσόψεις των νεόδμητων – και όχι μόνο – πολυκατοικιών. Το κατά πόσο η απουσία έντονου χρώματος συνδέεται με το κόστος ή την αισθητική, καθώς και το ποιες είναι οι βαθύτερες χωρικές ανάγκες της πόλης, εξηγεί ο αρχιτέκτονας και πρόεδρος του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Αττικής, Κώστας Βουρεκάς. Σχετικά με την επικράτηση των γκρι-μπεζ και λευκών τόνων, επισημαίνει ότι δεν οφείλεται σε οικονομικούς παράγοντες. «Το να βαφτεί μια πολυκατοικία σε κάποιο χρώμα σίγουρα δεν αποτελεί το μεγαλύτερο κόστος. Τα σημαντικά έξοδα βρίσκονται αλλού, όχι στο χρώμα της πρόσοψης», λέει, προσθέτοντας ότι οι συγκεκριμένες χρωματικές παλέτες επιλέγονται συχνά γιατί θεωρείται πως «δίνουν αίσθηση πολυτέλειας στα νέα κτίρια».

Απαντώντας στο αν μια πιο πολύχρωμη Αθήνα θα είχε θετικό αντίκτυπο στην ψυχολογία των κατοίκων, ο Κ. Βουρεκάς εμφανίζεται επιφυλακτικός. Σχετικά με προγράμματα αισθητικής αναβάθμισης μέσω χρωματισμού των όψεων, όπως είχαν εφαρμοστεί παλαιότερα από τον Δήμο Αθηναίων ή παρεμβάσεις που έγιναν σε άλλες μεγάλες πόλεις όπως τα Τίρανα, ο Κ. Βουρεκάς σημειώνει πως τέτοιες λύσεις δεν αντιμετωπίζουν την ουσία. «Πολύ συχνά ταυτίζουμε το “άσχημο” με το παλιό και το ασυντήρητο», τονίζει. «Πολλά κτίρια μας φαίνονται άσχημα όχι λόγω κακού σχεδιασμού, αλλά επειδή έχουν γεράσει χωρίς να συντηρηθούν επαρκώς. Αυτό συνδέεται άμεσα με τις γενικότερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες».

Σε παρόμοιο μήκος κύματος, ο αρχιτέκτονας Χρήστος Τσιγάρας σημειώνει: «Η χρωματική παλέτα των πολυκατοικιών δεν είναι τυχαία. Το λευκό και το γκρι λειτουργούν ως ουδέτερος καμβάς που αναδεικνύει τους όγκους, τις γεωμετρικές γραμμές και τα παιχνίδια του φωτός. Παράλληλα, το γκρι συνδέεται με την ειλικρίνεια των υλικών (εμφανές σκυρόδεμα, αλουμίνιο), ενώ το λευκό προσφέρει βιοκλιματική ανακλαστικότητα στον μεσογειακό ήλιο. Είναι μια διαχρονική, ασφαλής επιλογή».

Σύμφωνα με τον ίδιο, «η απουσία χρώματος εκφράζει μια ανάγκη για “οπτική ησυχία”. Σε έναν κόσμο κατακλυσμένο από πληροφορία και οθόνες, το σπίτι γίνεται καταφύγιο αποσυμπίεσης. Η στροφή σε ουδέτερους τόνους (μπεζ, γκρι, greige) και υλικά (ξύλο, πέτρα, λινό) μειώνει τα αισθητηριακά ερεθίσματα και προσφέρει ηρεμία, δίνοντας έμφαση στην υφή και όχι στον εντυπωσιασμό».

Ο Χρ. Τσιγάρας τονίζει πως η μονοχρωμία στις πόλεις έχει «θετικές επιπτώσεις, καθώς δημιουργεί μια οπτική τάξη και μειώνει το αισθητικό χάος. Από την άλλη, όμως, η υπερβολική απουσία χρώματος οδηγεί σε μονοτονία, ψυχρότητα και απώλεια της τοπικής ταυτότητας. Οι πόλεις κινδυνεύουν να γίνουν πανομοιότυπες, χάνοντας την ανθρώπινη ζεστή κλίμακα».

Στο δε ερώτημα αν θα μπορούσε η Αθήνα να είναι «πολύχρωμη», απαντά: «Ναι, αλλά όχι άναρχα. Το αττικό φως είναι τόσο θερμό που τα έντονα, ψυχρά χρώματα “καίγονται”. Η Αθήνα χρειάζεται τη θερμή μεσογειακή παλέτα της νεοκλασικής της ιστορίας: ώχρα, κεραμιδί, γήινους τόνους. Το χρώμα πρέπει να εισαχθεί φυσικά – μέσα από αυθεντικά υλικά (τούβλο, πηλό), φυσικό πράσινο στους εξώστες και σεβασμό στο τοπίο, όχι απλώς με μια στρώση μπογιάς. Η επιλογή του χρώματος στην αρχιτεκτονική και το design δεν είναι μια μεμονωμένη διακοσμητική απόφαση. Αποτελεί καθρέφτη της τεχνολογίας, της οικονομίας, της ψυχολογίας και του αστικού τρόπου ζωής κάθε εποχής».

Οι τέσσερις τροχοί σε τρία χρώματα

Για το ζήτημα της επικράτησης των ουδέτερων αποχρώσεων στους ελληνικούς και διεθνείς δρόμους, ο Νίκος Λουπάκης, δημοσιογράφος αυτοκινήτου, σύμβουλος έκδοσης του Fleet News και πρόεδρος του θεσμού «Αυτοκίνητο της Χρονιάς για την Ελλάδα», τόνισε ότι η επιλογή χρώματος αποτελεί κομβικό παράγοντα στην απόφαση αγοράς. «Με τη γλώσσα των αριθμών, έρευνα της εταιρείας Axalta δείχνει ότι το 88% των καταναλωτών θεωρεί το χρώμα βασικό κριτήριο αγοράς. Το λευκό διατηρεί την πρωτοκαθεδρία με 29% των πωλήσεων παγκοσμίως, δηλαδή σχεδόν ένα στα 3. Πρόκειται για μια διαχρονική τάση που επιβεβαιώνεται και από τα λανσαρίσματα των κατασκευαστών, καθώς όλο και συχνότερα βλέπουμε νέα μοντέλα να παρουσιάζονται σε λευκό. Παράλληλα, το λευκό προσφέρει ένα καθαρά πρακτικό πλεονέκτημα: εξασφαλίζει χαμηλότερη θερμοκρασία στην καμπίνα το καλοκαίρι, μειώνοντας την ενέργεια που απαιτείται για τον κλιματισμό και, κατά συνέπεια, την κατανάλωση καυσίμου».

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα στη δεύτερη θέση της αγοράς ακολουθεί το μαύρο με 23%, δηλαδή περίπου ένα στα 4 αυτοκίνητα, ενώ στο 20% κυμαίνονται το γκρι και το ασημί. «Στην πράξη, κινούμαστε σχεδόν αποκλειστικά σε αποχρώσεις μεταξύ μαύρου και λευκού», σημειώνει και προσθέτει: «Οι αυτοκινητοβιομηχανίες δεν επιλέγουν τυχαία αυτές τις παλέτες, αλλά βασίζονται σε εκτενείς έρευνες αγοράς. Οι αγοραστές εμφανίζονται κατά κανόνα συντηρητικοί, αποφεύγοντας τις έντονες επιλογές. Ακόμη και σε μοντέλα που λανσάρονται με εντυπωσιακά χρώματα, όπως το κίτρινο Lexus LBX, η συντριπτική πλειονότητα των καταναλωτών στρέφεται τελικά στο λευκό, το μαύρο ή το γκρι».

Ο Ν. Λουπάκης τονίζει, επίσης, ότι «σημαντικό ρόλο παίζει και η μεταπωλητική αξία. Ο αγοραστής σκέφτεται πόσο πιο εύκολα θα πουλήσει το όχημά του στο μέλλον, επιλέγοντας ένα “ασφαλές” χρώμα όπως τα προαναφερθέντα. Αντίθετα, στο παρελθόν βλέπαμε πιο τολμηρές επιλογές, όπως το χαρακτηριστικό λαχανί Citroën C3 ή το κίτρινο Fiat Panda του 2000». Παράλληλα, υπάρχει ο παράγοντας της διαθεσιμότητας. «Τα εργοστάσια και οι αντιπροσωπείες στοκάρουν ουδέτερα χρώματα, ενώ για μια πιο ιδιαίτερη απόχρωση απαιτείται ειδική παραγγελία και αναμονή. Αναφορικά με το αν η επιλογή χρώματος σχετίζεται με το κόστος παραγωγής, αυτό ίσχυε στις απαρχές της αυτοκίνησης, όταν ο Χένρι Φορντ παρήγαγε το Model T αποκλειστικά σε μαύρο επειδή ήταν φθηνότερο και στέγνωνε γρηγορότερα. Σήμερα, το κόστος δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, αλλά θέμα μάρκετινγκ και αισθητικής», σημειώνει. «Διανύουμε μια περίοδο χρωματικής λιτότητας», καταλήγει.

Τριχρωμία και στα gadget

Το γκρι, το μαύρο και το λευκό κυριαρχούν συντριπτικά και στα smartphones και στους φορητούς υπολογιστές. Αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί μια συνειδητή και υπολογισμένη επιχειρηματική στρατηγική που «συνδυάζει» τις απαιτήσεις της μαζικής παραγωγής με τις ψυχολογικές ανάγκες του καταναλωτή. Πίσω από αυτή την τακτική βρίσκεται η ανάγκη των εταιρειών να απευθυνθούν στο ευρύτερο δυνατό κοινό. Οι ουδέτεροι τόνοι αποπνέουν καθαριότητα, επαγγελματισμό και διαχρονική κομψότητα. Ανεξάρτητα από το προσωπικό στυλ ή το περιβάλλον του χρήστη, μια συσκευή σε μαύρη, λευκή ή ασημί απόχρωση εντάσσεται σε κάθε χώρο, συνδυάζεται με κάθε αξεσουάρ και ταιριάζει με την αισθητική κάθε χώρου. Πέρα από την αισθητική, όμως, οι νόμοι της (μαζικής) παραγωγής καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις χρωματικές παλέτες. Σύμφωνα με έρευνες, η κατασκευή εξαρτημάτων σε στάνταρ αποχρώσεις μειώνει σημαντικά το κόστος για τα εργοστάσια. Η διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας απλοποιείται και το ρίσκο ανεκμετάλλευτου αποθέματος περιορίζεται, καθιστώντας τα ουδέτερα μοντέλα ως την πιο ασφαλή επιλογή για τη μαζική αγορά. Παράλληλα, κομβικό ρόλο παίζει η μεταπωλητική αξία, όπως και στα αυτοκίνητα. Στη αγορά των μεταχειρισμένων, οι συσκευές σε «ήσυχες» και «άχρωμες» αποχρώσεις πωλούνται πολύ πιο εύκολα και γρήγορα. Οι έντονες χρωματικές επιλογές τείνουν να συνδέονται με τάσεις που ξεπερνιούνται, ενώ τα ουδέτερα χρώματα παραμένουν διαχρονικά, προστατεύοντας την επένδυση του αγοραστή. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έντονα χρώματα απουσιάζουν πλήρως, καθώς οι εταιρείες τα επιστρατεύουν στοχευμένα σε οικονομικότερα μοντέλα για νέους ή παιδιά ώστε να φαίνονται πιο διασκεδαστικά ή ως «ειδικές» εκδόσεις σε μεταγενέστερα στάδια για την ενίσχυση των πωλήσεων. Η επικράτηση των ουδέτερων τόνων συνδέεται και με το φαινόμενο «Sad-Beige», δηλαδή με την τάση ουδετεροποίησης στην αρχιτεκτονική, τη μόδα και την αυτοκινητοβιομηχανία. Μελέτες δείχνουν ότι σε περιόδους αβεβαιότητας, τα ουδέτερα χρώματα «προσφέρουν αίσθηση ασφάλειας». Παράλληλα, συσκευές που διαχειρίζονται προσωπικά δεδομένα και χρήματα εμπνέουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε σκούρες αποχρώσεις, οι οποίες επιπλέον καλύπτουν καλύτερα γρατζουνιές και φθορές.