- Advertisement -

Η υποψηφιότητα του τούρκου διπλωμάτη Φεριντούν Σινιρλίογλου για την κορυφή του ΟΗΕ φέρνει τις τουρκικές φιλοδοξίες αντιμέτωπες με την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ η εκλογική ανατροπή στις ΗΠΑ περιπλέκει τους σχεδιασμούς Ερντογάν.
Η Άγκυρα φιλοδοξεί να κατακτήσει την κορυφή της παγκόσμιας διπλωματίας, αλλά η πρώτη αναμέτρηση του Φεριντούν Σινιρλίογλου στον ΟΗΕ έθεσε σε δοκιμασία τις προσδοκίες της. Τρεις ψήφοι υπέρ, οκτώ κατά και τέσσερις αποχές: η υποψηφιότητα του τούρκου διπλωμάτη για τη Γενική Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών ξεκινά με ένα ηχηρό μήνυμα δυσπιστίας.
Στην προσπάθεια ανατροπής αυτών των συσχετισμών, η Αγκυρα καλείται πλέον να συνυπολογίσει και τις νέες πολιτικές ισορροπίες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η αναζήτηση διεθνούς υποστήριξης για τον Σινιρλίογλου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία μετά την επικράτηση των Δημοκρατικών στο αμερικανικό Κογκρέσο, η οποία απειλεί να περιορίσει την επιρροή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον Λευκό Οίκο, αποδυναμώνοντας ένα από τα σημαντικότερα διπλωματικά του πλεονεκτήματα: την προσωπική σχέση του με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Δύο μέτωπα, μία κοινή πρόκληση, επομένως, για την τουρκική διπλωματία: για την εκλογή Σινιρλίογλου χρειάζεται τη συναίνεση των μεγάλων δυνάμεων, ενώ για την προώθηση των εξοπλιστικών της αιτημάτων στις ΗΠΑ δεν αρκεί πια μόνο η καλή σχέση Ερντογάν – Τραμπ.
Ανάμεσα στα δύο, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν είναι απλοί παρατηρητές, αλλά παράγοντες με δυνατότητα να επηρεάσουν την έκβαση των τουρκικών σχεδιασμών.
Ο ελληνικός παράγοντας
Επιφυλακτικοί ως προς τις πιθανότητες εκλογής του Φεριντούν Σινιρλίογλου εμφανίζονται ακόμη και τούρκοι διπλωμάτες και αναλυτές που μιλούν στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», αναγνωρίζοντας ότι η εμπειρία και τα προσόντα του δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν την αναγκαία διεθνή συναίνεση.
Ο Μεχμέτ Ογιουτσού, πρώην τούρκος διπλωμάτης και υψηλόβαθμο στέλεχος του ΟΟΣΑ και του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, περιγράφει έναν ικανό διαπραγματευτή, αλλά επισημαίνει ότι σε τέτοιες εκλογές δεν επικρατεί απαραιτήτως ο καλύτερος υποψήφιος, «αλλά αυτός που μπορεί να εξασφαλίσει την ευρύτερη εμπιστοσύνη».
Στην εξασφάλιση αυτής της εμπιστοσύνης, η στάση της Αθήνας αποκτά τη δική της βαρύτητα. Η Ελλάδα, ως εκλεγμένο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, διαθέτει ψήφο, όχι όμως δικαίωμα βέτο. Δεν καθορίζει το αποτέλεσμα, αλλά η διπλωματική της παρουσία μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία, κυρίως ως προς την επιρροή που ενδέχεται να ασκήσει σε σύμμαχες χώρες, όπως η Γαλλία, ένα από τα πέντε μόνιμα μέλη με δικαίωμα βέτο.
Ο πρώην βουλευτής του AKP Σουάτ Κινικλίογλου χαρακτηρίζει, επίσης, στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» τον Σινιρλίογλου «ιδανικό», αναμένει όμως αντιδράσεις από Αθήνα και Λευκωσία, εκτιμώντας ότι καθοριστική θα είναι η στάση των πέντε μονίμων μελών. Ο πρώην πρέσβης Σελίμ Κουνεράλπ εντοπίζει στην Αθήνα και τη Λευκωσία «το μεγαλύτερο εμπόδιο» για την εκλογή τούρκου γενικού γραμματέα.
Υπενθυμίζει ότι ο επικεφαλής του ΟΗΕ οφείλει να μεσολαβεί στο Κυπριακό, να εποπτεύει την ειρηνευτική αποστολή και να υπενθυμίζει ακόμη και στην Τουρκία τα ψηφίσματα περί μη αναγνώρισης του ψευδοκράτους.
«Κατά πόσο ένας τούρκος διπλωμάτης θα μπορούσε να πείσει για την αμεροληψία του;», αναρωτιέται σε δημόσια παρέμβασή του. Προσθέτει την άρνηση της Αγκυρας να προσχωρήσει στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία θα μπορούσε, επίσης, να δημιουργήσει ανάλογες αντιφάσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Με ειρωνική διάθεση προτείνει ως «εύκολες λύσεις» την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο, την κατάργηση του ψευδοκράτους και την επικύρωση της Σύμβασης.
Το Κογκρέσο ενισχύεται
Το δεύτερο στοίχημα του Ερντογάν παίζεται στην Ουάσιγκτον. Η εκλογική ενίσχυση των Δημοκρατικών περιπλέκει την τουρκική προσπάθεια επίλυσης των εκκρεμοτήτων για τα F-35, τους S-400 και τις κυρώσεις CAATSA.
Η Μπαρτσίν Γινάντς, αναλύτρια εξωτερικής πολιτικής του μεγάλου τουρκικού ενημερωτικού ιστότοπου T24, εκτιμά, μιλώντας στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», ότι οι νέοι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ουάσιγκτον θα δυσχεράνουν κατά πολύ την υλοποίηση βασικών επιδιώξεων της Αγκυρας, όπως η απόκτηση των μαχητικών F-35, η άρση των αμερικανικών κυρώσεων CAATSA και η προμήθεια κινητήρων για το τουρκικό μαχητικό KAAN.
Η Αθήνα και οι ελληνοαμερικανικές οργανώσεις στις ΗΠΑ θα αποκτήσουν ευκολότερη πρόσβαση στους Δημοκρατικούς. Ο πολιτικός αναλυτής Σελίμ Κορού επισημαίνει μια ουσιαστική διαφορά στρατηγικής: η Ελλάδα έχει καλλιεργήσει μακροχρόνιες σχέσεις με το Κογκρέσο, ενώ η Τουρκία επένδυσε περισσότερο στην απευθείας επικοινωνία με τον αμερικανό πρόεδρο. Η γεωπολιτική βαρύτητα της Τουρκίας παραμένει ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί για τον Ερντογάν. Δεν εγγυάται, όμως, ότι ο Τραμπ θα μπορεί να παρακάμπτει πλέον τις αντιστάσεις του Κογκρέσου.
Τα νέα περιθώρια της Αγκυρας
Οι νέες ισορροπίες στην Ουάσιγκτον ενδέχεται να έχουν συνέπειες που ξεπερνούν τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, επηρεάζοντας και τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα θα επιδιώξει τους στόχους της στην ευρύτερη λεκάνη.
Στην Ανατολική Μεσόγειο, η πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου Ελλάδας – Κύπρου θα μπορούσε να αποτελέσει την πρώτη δοκιμασία των νέων συσχετισμών. Θα αντιδράσει η Αγκυρα με την ίδια αποφασιστικότητα ή θα αναπροσαρμόσει τη στάση της, γνωρίζοντας ότι η αποδυνάμωση του Τραμπ ενδέχεται να έχει στερήσει από τον Ερντογάν ένα πολύτιμο διπλωματικό στήριγμα; Ανάλογοι προβληματισμοί ανακύπτουν για τις τουρκικές κινήσεις στη Λιβύη, τις θαλάσσιες ζώνες και τους ενεργειακούς σχεδιασμούς στην Ανατολική Μεσόγειο. Κι αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα που αφήνουν πίσω τους οι αμερικανικές εκλογές για την Αγκυρα: όχι μόνο πόση πολιτική ισχύ έχασε ο Τραμπ, αλλά και πόσο μπορεί να περιοριστούν μαζί της τα περιθώρια του Ερντογάν.
Comments are closed.