- Advertisement -

ΝΥΤ: «Η αρχή του τέλους της εποχής Τραμπ» – Το ηχηρό μήνυμα της κάλπης και οι παρεμβάσεις που κόστισαν στον πρόεδρο των ΗΠΑ

ΝΥΤ: «Η αρχή του τέλους της εποχής Τραμπ» – Το ηχηρό μήνυμα της κάλπης και οι παρεμβάσεις που κόστισαν στον πρόεδρο των ΗΠΑ
2

- Advertisement -

Την επόμενη ημέρα στο πολιτικό σκηνικό των Ηνωμένων Πολιτειών, μετά τη διπλή επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές, επιχειρούν να σκιαγραφήσουν οι New York Times, αναλύοντας τα μηνύματα που έστειλαν οι Αμερικανοί ψηφοφόροι στον Ντόναλντ Τραμπ και τις πιθανές συνέπειες για το πολιτικό μέλλον του ίδιου και των δύο μεγάλων κομμάτων.

Η ανάλυση ξεκινά από την προσωποκεντρική στρατηγική που επέλεξε ο Αμερικανός πρόεδρος κατά την προεκλογική περίοδο. Όπως επισημαίνεται, ο Τραμπ κάλεσε 47 φορές τους τελευταίους μήνες τους ψηφοφόρους να «φανταστούν ότι το όνομά μου βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο».

Οι ψηφοφόροι ανταποκρίθηκαν στο μήνυμα, αλλά όχι με τον τρόπο που προσδοκούσε ο ίδιος. Η επικράτηση των Δημοκρατικών στις εκλογές για το Κογκρέσο αποτέλεσε ένα ηχηρό πλήγμα για έναν πρόεδρο με εξαιρετικά χαμηλή δημοτικότητα, ο οποίος κυριαρχεί στην αμερικανική πολιτική σκηνή για περισσότερο από μία δεκαετία.

Όπως σημειώνουν οι New York Times, ο Τραμπ μετέτρεψε συνειδητά τις ενδιάμεσες εκλογές σε δημοψήφισμα για την προεδρία του, περισσότερο από οποιονδήποτε προκάτοχό του, και τελικά βρέθηκε αντιμέτωπος με τις συνέπειες αυτής της επιλογής.

Το μήνυμα των ψηφοφόρων και η αρχή του τέλους της εποχής Τραμπ

Η εκλογική αντίδραση δεν περιορίστηκε σε πολιτείες όπου οι Δημοκρατικοί θεωρούνταν φαβορί. Επεκτάθηκε ακόμη και σε παραδοσιακά προπύργια των Ρεπουμπλικανών, καταδεικνύοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει χάσει μέρος της επιρροής του στον εκλογικό συνασπισμό που τον οδήγησε δύο φορές στον Λευκό Οίκο.

Οι υψηλές τιμές της βενζίνης, ο πόλεμος με το Ιράν που δεν φαίνεται να οδηγείται σε σύντομη αποκλιμάκωση, αλλά και οι καταγγελίες για τον πλουτισμό του Τραμπ και προσώπων του στενού περιβάλλοντός του, συνέβαλαν στη δυσαρέσκεια.

Ψηφοφόροι που είχαν δώσει την ευκαιρία σε έναν πολιτικό εκτός του παραδοσιακού κατεστημένου, ο οποίος υποσχόταν αλλαγή, είτε στράφηκαν εναντίον του κόμματός του είτε επέλεξαν να μην προσέλθουν στις κάλπες.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των New York Times, τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης το προβάδισμα των Δημοκρατικών στην πανεθνική ψηφοφορία για τη Βουλή των Αντιπροσώπων αναμενόταν να φτάσει περίπου τις 13 ποσοστιαίες μονάδες. Εφόσον επιβεβαιωνόταν, θα επρόκειτο για τη μεγαλύτερη διαφορά που έχει καταγραφεί σε εκλογές για το Κογκρέσο τουλάχιστον από το 1976.

Το ποσοστό αυτό θα ξεπερνούσε ακόμη και τις μεγάλες εκλογικές νίκες των Ρεπουμπλικανών το 1994, επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον, και το 2010, επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα.

Για την αμερικανική εφημερίδα, το εύρος της νίκης των Δημοκρατικών αποτελεί ένδειξη ότι, παρά το γεγονός πως ο Τραμπ θα παραμείνει στην εξουσία για ακόμη δύο χρόνια και εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές πολιτικές δυνατότητες, οι ψηφοφόροι ενδέχεται να σηματοδοτούν την αρχή του τέλους της εποχής του.

«Δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο»: Η προσπάθεια του Τραμπ να περιορίσει τις απώλειες

Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να υποβαθμίσει γρήγορα τις πολιτικές συνέπειες της ήττας, υποστηρίζοντας ότι το αποτέλεσμα δεν συνιστούσε προσωπική απόρριψη, καθώς ο ίδιος δεν ήταν υποψήφιος.

«Δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο και, επειδή δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο, δεν καταφέραμε να κινητοποιήσουμε αρκετούς ανθρώπους για να ψηφίσουν», δήλωσε στους New York Times σε συνέντευξή του το βράδυ της Τρίτης.

Ωστόσο, ακόμη και αρκετοί Ρεπουμπλικανοί αντιμετώπισαν με δυσπιστία αυτόν τον ισχυρισμό, δεδομένου ότι η προεκλογική εκστρατεία είχε περιστραφεί σε μεγάλο βαθμό γύρω από τον ίδιο τον πρόεδρο. Άλλωστε, ήταν ο ίδιος που είχε καλέσει επανειλημμένα τους ψηφοφόρους να αντιμετωπίσουν την αναμέτρηση σαν να βρισκόταν το όνομά του στα ψηφοδέλτια.

Οι προσωπικές επιλογές και παρεμβάσεις που κόστισαν στον Τραμπ

Σύμφωνα με την ανάλυση των New York Times, ο Τραμπ είχε καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις που διαμόρφωσαν το εκλογικό αποτέλεσμα.

Ήταν εκείνος που αποφάσισε να ξεκινήσει τον πόλεμο με το Ιράν, προκαλώντας αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές και αυξάνοντας τις τιμές των καυσίμων. Επέλεξε τους υποψηφίους, τα ζητήματα και τη στρατηγική της προεκλογικής εκστρατείας, ενώ απαίτησε απόλυτη πίστη από ένα κόμμα του οποίου πολλά στελέχη ανησυχούσαν για τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης αποστασιοποίησης από τον ίδιο.

Παράλληλα, απέρριπτε τις ερωτήσεις σχετικά με τη δεοντολογία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του και τον προσωπικό του πλουτισμό κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, ενισχύοντας τις ανησυχίες των ψηφοφόρων για φαινόμενα διαφθοράς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνεπειών των προσωπικών του παρεμβάσεων αποτέλεσε η ήττα δύο υποψηφίων των Ρεπουμπλικανών για τη Γερουσία, τους οποίους είχε επιλέξει ο ίδιος, αντί άλλων υποψηφίων που θεωρούνταν ότι είχαν περισσότερες πιθανότητες εκλογής σε πολιτείες με ισχυρή παράδοση υπέρ του κόμματος. Πρόκειται για τον Κεν Πάξτον στο Τέξας και την Ντάρλιν Γκράχαμ στη Νότια Καρολίνα.

Πολλοί ψηφοφόροι είχαν δηλώσει σε δημοσκόπους και δημοσιογράφους ότι αισθάνονταν πως ο Τραμπ δεν τήρησε τις υποσχέσεις του. Περίμεναν ότι θα μείωνε τις τιμές και δεν θα εμπλεκόταν σε νέους πολέμους, ενώ υποστήριζαν την αυστηρότερη φύλαξη των συνόρων, αντιδρώντας ωστόσο στις επιχειρήσεις συλλήψεων που θεωρούσαν υπερβολικά σκληρές απέναντι σε ανθρώπους που ζούσαν επί χρόνια στις ΗΠΑ.

Παράλληλα, οι δασμοί, οι οποίοι αύξησαν το κόστος για τους καταναλωτές, αποτέλεσαν ακόμη έναν παράγοντα δυσαρέσκειας.

Η τελευταία προεκλογική ομιλία και η απόσταση από τις ανησυχίες των Αμερικανών

Οι New York Times αναδεικνύουν και τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ επέλεξε να περάσει την τελευταία ημέρα πριν από τις εκλογές, ως ενδεικτικό της απόστασης ανάμεσα στις πολιτικές του προτεραιότητες και τις ανησυχίες των ψηφοφόρων.

Αντί να επικεντρωθεί στο κόστος ζωής και στις προτάσεις του για την αντιμετώπισή του, ο Αμερικανός πρόεδρος πραγματοποίησε την τελευταία προεκλογική του ομιλία μιλώντας για φύκια και σωληνώσεις.

Η επιλογή αυτή, σύμφωνα με την ανάλυση, υπενθύμισε την εμμονή του με τα προσωπικά κατασκευαστικά έργα στην Ουάσιγκτον, παρά τις προειδοποιήσεις για την αρνητική αντίδραση που προκαλούσαν σε μερίδα των ψηφοφόρων.

Οι συντάκτες της εφημερίδας παρομοιάζουν την εικόνα με το ενδεχόμενο ο Ρίτσαρντ Νίξον να είχε επιλέξει να εκφωνήσει την τελευταία προεκλογική του ομιλία μπροστά από το συγκρότημα Γουότεργκεϊτ.

Η μάχη για το μέλλον του τραμπισμού

Παρά την εκλογική ήττα, ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει την εξουσία της προεδρίας για δύο ακόμη χρόνια και αναμένεται να αξιοποιήσει κάθε δυνατότητα για να διατηρήσει την κυριαρχία του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και στην αμερικανική πολιτική σκηνή.

Στενοί πολιτικοί του σύμμαχοι προειδοποιούν, άλλωστε, ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί πως έχει χάσει οριστικά την πολιτική του δύναμη.

«Οι επικριτές του Τραμπ έχουν γράψει και στο παρελθόν τον πολιτικό του επικήδειο και κάθε φορά έχουν διαψευστεί», δήλωσε ο Ντέιβιντ ΜακΙντος, πρόεδρος της συντηρητικής οργάνωσης Club for Growth, η οποία προωθεί οικονομικές πολιτικές της δεξιάς. Ο ίδιος υποστήριξε ότι οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να επιστρέψουν στις αρχές τους, προκειμένου να διεκδικήσουν τη νίκη στις προεδρικές εκλογές του 2028.

Η ιστορία, πάντως, προσφέρει παραδείγματα που δείχνουν ότι μια μεγάλη εκλογική ήττα δεν σηματοδοτεί απαραίτητα το τέλος της πολιτικής επιρροής ενός κόμματος ή ενός προέδρου.

Το 1974, το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ δημιούργησε την εντύπωση ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα παρέμεναν για μεγάλο διάστημα πολιτικά απομονωμένοι. Ωστόσο, μόλις έξι χρόνια αργότερα, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν οδήγησε το κόμμα ξανά στον Λευκό Οίκο.

Αντίστοιχα, οι μεγάλες νίκες των Ρεπουμπλικανών το 1994 και το 2010 θεωρήθηκαν προάγγελοι του πολιτικού τέλους των προεδριών του Μπιλ Κλίντον και του Μπαράκ Ομπάμα. Και οι δύο, όμως, κατάφεραν να επανεκλεγούν με άνεση δύο χρόνια αργότερα.

Η καθηγήτρια Αμερικανικής Πολιτικής και Δημόσιας Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA), Λιν Βάβρεκ, εκτιμά ότι καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος έπαιξαν οι ιδιαίτερα υψηλές τιμές της βενζίνης. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι δεν είναι βέβαιο πως οι εκλογές σηματοδοτούν μια ριζική αλλαγή στον πολιτικό προσανατολισμό της αμερικανικής κοινωνίας.

Όπως εξήγησε, το αποτέλεσμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο συνασπισμός MAGA καταρρέει, αλλά ότι ο Τραμπ έχει χάσει μέρος της απήχησής του και ότι οι ψηφοφόροι εμφανίζονται λιγότερο ενθουσιασμένοι με την πολιτική του παρουσία.

Παράλληλα, η εκλογική ήττα δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα εγκαταλείψουν τις πολιτικές που συνδέονται με την ταυτότητα του κινήματος Τραμπ, όπως η αυστηρή μεταναστευτική πολιτική και οι θέσεις για ζητήματα διαφορετικότητας.

Όπως επισημαίνουν οι New York Times, ο Τραμπ έχει πλέον διαμορφώσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σύμφωνα με τη δική του πολιτική αντίληψη, ενισχύοντας όσους ευθυγραμμίζονται με τις επιθυμίες του και απομακρύνοντας εκείνους που επιδεικνύουν ανεξαρτησία.

Η επόμενη ημέρα για τους Δημοκρατικούς

Την ίδια στιγμή, η εκλογική επικράτηση ανοίγει μια συζήτηση στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος για το πώς πρέπει να αξιοποιήσει την επιτυχία του και ποια πολιτική στρατηγική θα ακολουθήσει από εδώ και πέρα.

Κατά την προεκλογική περίοδο, η βασική ταυτότητα του κόμματος ήταν σε μεγάλο βαθμό η αντίθεση στον Τραμπ, μια προσέγγιση που αποδείχθηκε αρκετή για να εξασφαλίσει τη νίκη. Ωστόσο, οι διαφορετικές τάσεις στο εσωτερικό του αναμένεται να διεκδικήσουν την αναγνώριση για την επιτυχία.

Οι προοδευτικοί θα υποστηρίξουν ότι η δυναμική της αριστερής πτέρυγας έδωσε ώθηση στους Δημοκρατικούς, ενώ οι μετριοπαθείς θα επισημάνουν ότι καθοριστική ήταν η προσέγγιση δυσαρεστημένων Ρεπουμπλικανών, σε πολιτείες όπως το Τέξας και το Κάνσας.

«Η μεγαλύτερη είδηση είναι ότι οι Ρεπουμπλικανοί που δεν ανήκουν στο κίνημα MAGA έχουν απομακρυνθεί από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα», δήλωσε ο Ραμ Εμάνουελ, πρώην δήμαρχος του Σικάγου και πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ, ο οποίος εξετάζει το ενδεχόμενο να διεκδικήσει την προεδρία.

Το βασικό ερώτημα για τους Δημοκρατικούς, όπως σημείωσε, είναι εάν η εκλογική νίκη θα έχει πρόσκαιρο χαρακτήρα ή εάν μπορεί να οδηγήσει σε βαθύτερες πολιτικές αλλαγές. «Αυτό που θα κάνουμε το 2027 θα καθορίσει την απάντηση», ανέφερε χαρακτηριστικά.

- Post Down -

Comments are closed.