- Advertisement -

Η Μουριά, το ιστορικό καφενείο στα Εξάρχεια, κλείνει οριστικά τις πόρτες του ύστερα από 111 χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας, σηματοδοτώντας το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για την περιοχή και την αθηναϊκή κοινωνία.
Τα τελευταία τραπεζάκια του παραδοσιακού μαγαζιού είναι συνεχώς γεμάτα, καθώς οι θαμώνες σπεύδουν να αποχαιρετήσουν ένα από τα τελευταία αυθεντικά σημεία της πόλης.
Η είδηση για το επικείμενο κλείσιμο της Μουριάς έγινε γνωστή τον περασμένο Μάιο, προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση στη γειτονιά. Τα Εξάρχεια έχουν ήδη υποστεί σημαντικές αλλαγές λόγω της εξάπλωσης των Airbnb και των νέων καταστημάτων, όμως η Μουριά παρέμενε έως τώρα ακλόνητη σταθερά.
Από την επόμενη εβδομάδα, η διασταύρωση Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου θα είναι φτωχότερη, καθώς το καφενείο-σύμβολο της περιοχής θα αποτελεί παρελθόν.
Η κινητοποίηση της γειτονιάς και των φίλων του καφενείου υπήρξε έντονη. Μέσα σε λίγες ημέρες συγκεντρώθηκαν πάνω από 6.000 υπογραφές για να αναγνωριστεί η Μουριά ως νεώτερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το αίτημα υποστηρίχθηκε ομόφωνα από το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας τον Ιούνιο του 2026, ενώ στο πλευρό του καφενείου στάθηκαν και άλλοι φορείς. Ωστόσο, οι διαδικασίες θεσμικής αναγνώρισης αποδείχθηκαν χρονοβόρες και το καφενείο κατεβάζει οριστικά ρολά το Σάββατο 31 Οκτωβρίου, με τον Χρήστο Βάνα να παραδίδει τα κλειδιά μετά από 44 χρόνια εργασίας.
Οι θαμώνες μιλούν για το τέλος ενός χώρου που δεν ήταν απλώς καφενείο, αλλά σημείο συνάντησης και κοινοτικής ζωής. Η βαθιά απογοήτευση που εκφράζουν δεν αφορά μόνο το πού θα πίνουν τον καφέ τους, αλλά την απώλεια ενός κοινωνικού πυρήνα που έφερνε κοντά ανθρώπους διαφορετικών καταβολών και επαγγελμάτων.
Αποχαιρετισμοί και αναμνήσεις από τη Μουριά
Ο Στέλιος Γούτης, γνωστός στο ευρύ κοινό από το «Καφέ της Χαράς», περιγράφει τη μοναδική οικειότητα της Μουριάς, όπου οποιαδήποτε στιγμή μπορούσες να συναντήσεις γνωστούς και φίλους. Θυμάται τις στιγμές που το καφενείο γινόταν αγκαλιά για όλους, ακόμη και στα δύσκολα, ενώ σημειώνει πως “έτσι χάνουμε τώρα τη Μουριά, αλλά τον Βάνα δεν θα τον χάσουμε”.
Ο Θανάσης ανατρέχει στις δεκαετίες που πέρασε στη Μουριά, μιλώντας για τη μετάδοση της αγάπης για το καφενείο από γενιά σε γενιά. “Παππού τώρα πού θα πίνεις εσύ τον καφέ σου και εγώ την πορτοκαλάδα μου πια;” είναι η ερώτηση του εγγονού του, που συνοψίζει το συναισθηματικό βάρος του αποχαιρετισμού.
Για πολλούς, το κλείσιμο της Μουριάς δεν σημαίνει απλώς την απώλεια ενός στέκι, αλλά το ξήλωμα ενός ολόκληρου κοινωνικού οικοσυστήματος. Όπως τονίζει ο Θανάσης, “τους ανθρώπους που έκανα παρέα δεν μπορώ να βρω και δεν θα τους βρίσκω. Αυτό είναι το πιο άσχημο πράγμα”.
Η Ζωή, μια από τις θαμώνες, αναδεικνύει τη σημασία της Μουριάς ως χώρου φιλίας και αποδοχής, ακόμη και για τις γυναίκες, σε ένα κατά κανόνα ανδροκρατούμενο περιβάλλον. Θυμάται τις πολιτικές συγκεντρώσεις, τις παρουσιάσεις βιβλίων και τις καλλιτεχνικές εκθέσεις που φιλοξενήθηκαν στο καφενείο.
Ο Κώστας και ο Αργύρης μιλούν για τη μοναδική ψυχή και τον κοινοτικό χαρακτήρα της Μουριάς. Για εκείνους, το κλείσιμο του ιστορικού καφενείου σηματοδοτεί το τέλος μιας κουλτούρας που βασιζόταν στη ζύμωση ιδεών και στη δημιουργία κοινοτήτων, κάτι που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τα νέα, πιο εμπορικά στέκια της περιοχής.
Ο Επαμεινώνδας περιγράφει τη Μουριά ως άτυπο πολιτικό βαρόμετρο, σημειώνοντας πως “εδώ μάθαινες δέκα μέρες πριν από τις εκλογές ποιο κόμμα θα βγει πρώτο”. Θεωρεί ότι η συγκέντρωση ανθρώπων με διαφορετικές καταβολές ήταν το στοιχείο που έδινε στο καφενείο τον ξεχωριστό του χαρακτήρα.
Τέλος, ο Στρατής αναπολεί τις “ομηρικές μάχες” για λογοτεχνία και πολιτική, τονίζοντας πως με το κλείσιμο της Μουριάς “ενταφιάζεται η πολιτική μας νιότη”. Το ιστορικό καφενείο υπήρξε σημείο αναφοράς για δημοσιογράφους, πολιτικούς και καλλιτέχνες, διαμορφώνοντας μια ιδιαίτερη πολιτιστική και κοινωνική ταυτότητα στην καρδιά της Αθήνας.
Comments are closed.