- Advertisement -

Με καταθέσεις που προκάλεσαν βαθιά συγκίνηση συνεχίστηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας η 45η συνεδρίαση της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών, παρουσία των κατηγορουμένων Παύλου Κουζή και Σπυρίδωνα Πατέρα.
Στο δικονομικό σκέλος, η εισαγγελέας πρότεινε να γίνει δεκτό το αίτημα για διαβίβαση των προειδοποιητικών επιστολών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την Ελλάδα σχετικά με την ασφάλεια των σιδηροδρόμων, ενώ επιφυλάχθηκε για το αίτημα κλήτευσης των γενικών γραμματέων του Υπουργείου Μεταφορών (2016-2023), καθώς έχουν αποκτήσει ιδιότητα κατηγορουμένου σε άλλη διαδικασία.
Η Μαρίνα Ντος Σάντος, η οποία έχασε τη μητέρα και τη θεία της, περιέγραψε τις δραματικές στιγμές που έζησε προσπαθώντας να μάθει νέα τους από τη Γερμανία. Όπως κατέθεσε, η οικογένεια βρέθηκε αντιμέτωπη με μια χαοτική κατάσταση, καθώς οι πληροφορίες για την κατάσταση των σωμάτων ήταν αντικρουόμενες, αφήνοντάς τους μέχρι σήμερα με το βάσανο της αμφιβολίας για το τι τελικά έθαψαν.
«Ούτε ξέρω τι έθαψα, ούτε ξέρω τι βρήκαν. Μια μου λέγανε πως είναι καμένες, μια με ολόκληρο σώμα. Δεν ξέρουμε τι θάψαμε. Ήμουν στη Γερμανία όταν το έμαθα. Έχασα τη μάνα μου και τη θεία μου, κι αυτό δυσκολεύει τη ζωή μας. Αυτό το θέμα στη Γερμανία δεν υπάρχει. Σαν οικογένεια που ζούμε στην Γερμανία είναι δύσκολα.»
Στο ίδιο κλίμα, ο Στυλιανός Κουκαριώτης, που έχασε τις δύο αδελφές του, περιέγραψε τις τέσσερις εφιαλτικές ημέρες μέχρι την ολοκλήρωση της ταυτοποίησης στο νοσοκομείο Λάρισας. «Θέλω σύμφωνα με τον νόμο και την κρίση του δικαστηρίου οι κατηγορούμενοι να τιμωρηθούν όπως πρέπει. Δεν θα ηρεμήσουμε αν δεν ληφθούν τα μέτρα που πρέπει για να μην συμβεί ξανά κάτι τέτοιο».
Συγκλονιστικές ήταν οι περιγραφές των επιβατών που κατάφεραν να βγούν ζωντανοί από τα κατεστραμμένα βαγόνια. Η Τριανταφυλλιά Κουτσιάλα, επιβάτιδα του βαγονιού Β2, περιέγραψε τη στιγμή της σύγκρουσης, την ανατροπή του τρένου και το απόλυτο σκοτάδι που ακολούθησε.
«Μετά από 10 λεπτά ακούσαμε ένα μεγάλο μπαμ. Από τη Λάρισα μέχρι εκείνη την ώρα δεν κάναμε καμία στάση. Μας είχαν πει στη Λάρισα ότι είχε γίνει κάτι με τα καλώδια. Μπήκαμε μέσα στη Λάρισα και μετά από 10 λεπτά έγινε το μπαμ και το τρένο έγινε μια μάζα, συρρικνώθηκε εντελώς. Έκατσα πίσω στο κάθισμα έσπασα την κλείδα. Έσπασαν τα τζάμια και είχα κόψει το αυτί μου. Όταν έγινε η σύγκρουση και σταμάτησε, άνοιξα τα μάτια μου και δεν έβλεπα τίποτα. Απόλυτο σκοτάδι, χάος. Το πρώτο πράγμα που κοίταξα ήταν να δω αν ήταν η φίλη μου καλά. Ο διάδρομος του τρένου ήταν γεμάτος λαμαρίνες, δεν είχε πολύ κόσμο. Συρθήκαμε για να βγούμε. Βγήκαμε από μια τρύπα. Περπατήσαμε, το τρένο είχε γυρίσει. Κάποιοι μας έλεγαν ελάτε από εδώ. Εγώ δε μπορούσα να βοηθήσω. Κοίταξα από το παράθυρο, ήμουν πολύ ψηλά και δε μπορούσα να πηδήξω κάτω. Ήταν άτομα κάτω. Το απόλυτο χάος είχαν εκτοξευτεί κάποια άτομα».
Αντίστοιχα, η Ανθή Βάσσου, επιβάτιδα στο βαγόνι 2, κατέθεσε ότι εκτοξεύτηκε κατά τη σύγκρουση.
«Καθόμασταν από την μεριά του διαδρόμου. Ανεβήκαμε στη Λάρισα μέχρι το δυστύχημα δεν έκανε στάση. Στην σύγκρουση ένιωσα έντονο χτύπημα, άρχισα να ταλαντεύομαι, έχασα τις αισθήσεις μου για κάποια δευτερόλεπτα. Βλέπαμε ελάχιστο φως από την φωτιά που άρχισε να εκδηλώνεται. Το κουπέ είχε διαλυθεί. Με ταρακούνησαν να σηκωθώ και απέκτησα τις αισθήσεις μου. Ακούγαμε κάποιες φωνές. Δεν μπορούσαμε να φύγουμε από τα παράθυρα μας καθώς από κάτω φαινόταν οι φλόγες.
Θυμάμαι να εκτοξεύομαι μετά την σύγκρουση. Όταν ανέκτησα τις αισθήσεις μου είδα ότι είχε ελάχιστο φως από τη φωτιά. Την έβλεπα πίσω μας. Ερχόταν ένα φως από το παράθυρο που βλέπαμε την φωτιά.
Είδαμε μια ανησυχία, να πηγαινοέρχονται ελεγκτές πριν την σύγκρουση. Είδαμε μια τρύπα και σύρθηκαμε προς τα εκεί για να βγούμε. Ότι είχε μέσα στο βαγόνι είχε διαλυθεί. Σπρώξαμε κάποια από αυτά και περάσαμε. Ήταν παραμορφωμένα τα βαγόνια. Τα παράθυρα ήταν μισόσπασμενα. Εκείνη την ώρα ακούγαμε βοήθεια.
Ήταν πάρα πολύ αυτοί που φώναζαν. Κάποιοι προσπάθησαν να σπάσουν το παράθυρο. Εκεί είχαμε αποφασίσει ότι θα πηδήξουμε. Όμως ερχόταν ο καπνός πάνω μας. Ξέραμε πως ερχόταν η φωτιά. Αποφασίσαμε να ρίξουμε κάτω τις βαλίτσες. Βγήκαμε και πήγαινε προς τα πίσω. Πέσαμε από ύψος 3-4 μέτρα για να σωθούμε. Είχε σπασμένες λαμαρίνες και θα μπορούσαμε να καρφωθούμε. Το ένστικτο μου ήταν να σωθώ να πάρω ανάσα. Κατάλαβα το μπαμ στην αρχή δεν ξέρω αν ήταν έκρηξη».
Τέλος, η Αθανασία Μπάρτζου επέβαινε στο έκτο βαγόνι. «Ξεκίνησα από την Λιβαδειά. Την ώρα τους δυστυχήματος ένιωσα το απότομο φρενάρισμα. Έπεσα μπροστά. Ξεκινήσαν οι αναταράξεις. Όταν σταμάτησα αναβόσβησαν τα φώτα. Σηκωθήκαμε. Ένα άνθρωπος από τον πανικό του άρχισε να κλωτσάει την πόρτα για να βγούμε. Άνοιξε η πόρτα και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε και να φεύγουμε. Ήταν λίγο απότομα. Αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε. Ήμασταν κοντά στο τούνελ. Δεν είδα φωτιά αλλά πάρα πολύ καπνό. Σταμάτησα να βοηθήσω έναν κύριο που είχε τραυματιστεί».
Comments are closed.