- Advertisement -

Αλήθειες και μύθοι: Υπερπληθωρισμός, χρυσός και δάνεια στα χρόνια της Κατοχής

Αλήθειες και μύθοι: Υπερπληθωρισμός, χρυσός και δάνεια στα χρόνια της Κατοχής
2

- Advertisement -

Οταν η ηρωική εθνική αντίσταση λύγισε από τις γερμανικές, ιταλικές και βουλγαρικές δυνάμεις τον Απρίλιο του 1941, η εικόνα της ελληνικής οικονομίας ήταν ήδη άσχημη. Η πολεμική προσπάθεια, σε συνδυασμό με την παγκόσμια ύφεση που είχε προκληθεί λόγω του πολέμου, είχε ήδη φέρει την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων σε χαμηλά επίπεδα και η πείνα ξεκίνησε να κάνει την εμφάνισή της.

Ομως, η περίοδος της Κατοχής, που διήρκεσε 3,5 χρόνια (Απρίλιος 1941 – Οκτώβριος 1944) έπληξε ανεπανόρθωτα την ελληνική οικονομία. Η Ελλάδα υπολόγισε τις συνολικές απώλειες στην οικονομία σε 15 δισ. δολάρια ΗΠΑ, με την αξία που είχαν πριν από τον πόλεμο. Σύμφωνα με τον υπολογισμό του ΟΗΕ, οι πραγματικές απώλειες ήταν μικρότερες και ανήλθαν σε 1-2 δισ. «προπολεμικά» δολάρια. Σε κάθε περίπτωση, το πλήγμα στην ελληνική οικονομία ήταν δυσθεώρητο.

Δρόμος της Αθήνας στην Κατοχή

Η διαρκής μεταβολή των αξιών κατά την περίοδο της Κατοχής, λόγω του υπερπληθωρισμού και της υποτίμησης της δραχμής, καθιστούν την ρεαλιστική και αναλυτική αποτύπωση των ζημιών μια μάλλον ανέφικτη άσκηση, καταλήγουν όλες οι μελέτες που έχουν γίνει επί του θέματος. Οι πηγές που υπάρχουν για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας τα χρόνια της Κατοχής, ανεξαρτήτως προέλευσης, συνηγορούν ότι πρόκειται για μια πραγματική οικονομική καταστροφή.

Το κόστος ζωής

Βασικότερο χαρακτηριστικό της οικονομίας τα χρόνια της Κατοχής ήταν ο υπερπληθωρισμός. Η παραγωγή της ελληνικής οικονομίας βρισκόταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα και παρατηρούνταν ελλείψεις σε όλα τα αγαθά, πιέζοντας τις τιμές. Παράλληλα, οι κατοχικές δυνάμεις κυριολεκτικά χρησιμοποιούσαν τα κρατικά ταμεία και τα αποθεματικά της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) για να χρηματοδοτήσουν την πολεμική τους δραστηριότητα, ενώ ταυτόχρονα προέβαιναν στην κατάσχεση αγροτικών και βιομηχανικών προϊόντων που παράγονταν στην Ελλάδα για να τα στείλουν στη Γερμανία.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, οι τιμές των αγαθών εκτοξεύθηκαν τα χρόνια της Κατοχής. Μία χρυσή λίρα αντιστοιχούσε σε 1.000 δραχμές (δρχ.) το 1940, ενώ το 1944 το κόστος της ανερχόταν σε 1,5 δισ. δρχ. Σύμφωνα με την καταγραφή του ομότιμου καθηγητή Οικονομικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Σωτηρίου Αγαπητίδη (1910-1997) από το 1945, ένα βασικό καλάθι αγαθών ενός νοικοκυριού κόστιζε κατά μέσο όρο 3.745 δρχ. το 1940. Τον Δεκέμβριο του 1941, το κόστος του είχε ανέβει σε 60.513 δρχ., τον Δεκέμβριο του 1942 σε 333.590 δρχ., τον Δεκέμβριο του 1943 είχε ξεπεράσει τα 3,1 εκατ. δρχ., ενώ τον Δεκέμβριο του 1944 κόστιζε περισσότερα από 2 τετράκις (!) εκατ. δρχ.

Μόλις έξι μήνες μετά την έναρξη της Κατοχής, τον Οκτώβριο του 1941, το κόστος ζωής ήταν 7,5 φορές υψηλότερο σε σύγκριση με τα επίπεδα του Απριλίου της ίδιας χρονιάς. Σε σύγκριση με τις τιμές του 1940, το λάδι ήταν 12,5 φορές ακριβότερο τον Οκτώβριο του 1941, το κρέας ήταν σχεδόν 14 φορές ακριβότερο και η τιμή του ψωμιού είχε αυξηθεί κατά 46 φορές. Τα επόμενα χρόνια της Κατοχής, οι αυξήσεις ήταν εντονότερες στο λάδι, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα λαχανικά και τα φρούτα. Τα παραπάνω αγαθά έφτασαν τον Οκτώβριο του 1943 να είναι περισσότερες από 1.000 φορές ακριβότερα από ό,τι το 1940.

Ο πληθωρισμός έγινε ανεξέλεγκτος το φθινόπωρο του 1943. Εως τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, η μηνιαία αύξηση των τιμών δεν ξεπερνούσε το 65%. Τον Οκτώβριο, ο ρυθμός αύξησης των τιμών ξεπερνούσε το 100% (διπλασιασμός) κάθε μήνα. Τον Αύγουστο του 1944, οι τιμές ήταν κατά 7 φορές υψηλότερες (+600%) σε σχέση με τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ενώ τον Οκτώβριο η μηνιαία αύξηση ανήλθε σε 750%.

Οπως εξηγεί ο Αγαπητίδης, οι αυξήσεις οφείλονταν πρωταρχικά στην έλλειψη αγαθών που προέκυπτε από τα προβλήματα στο παγκόσμιο εμπόριο, από τη μεγάλη μείωση της παραγωγής, τις χρηματοδοτικές ανάγκες των κατακτητών και την αποδόμηση των δικτύων της χώρας. Οι ελλείψεις οδήγησαν άλλωστε και στη δημιουργία μιας τεράστιας «μαύρης» αγοράς αγαθών, όπου οι τιμές έφταναν σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα.

Για να ανταποκριθεί στις ανάγκες, το κράτος προχώρησε στην εντατική έκδοση χρήματος. Ετσι, η κυκλοφορία του χρήματος αυξήθηκε κατακόρυφα τα χρόνια της Κατοχής: το 1940 βρίσκονταν σε κυκλοφορία 11,2 δισ. δρχ., το 1941 έφτασαν σε 19,4 δισ. δρχ., το 1942 σε 79,1 δισ. δρχ., ενώ το 1943 εκτοξεύθηκαν σε 560 δισ. δρχ. και το 1944 είχαν ξεπεράσει τα 18 τρισ. δρχ. Στην ειδική έκδοση της ΤτΕ (2019) για τα πρώτα 80 χρόνια ιστορίας της (1928-2008), ο ομότιμος καθηγητής Ιστορίας Οικονομικής Θεωρίας του ΕΚΠΑ, Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, κάνει λόγο για μια «νομισματική καταστροφή».

Οπως αναφέρει στη μελέτη του για τον ελληνικό υπερπληθωρισμό και τη σταθεροποίησή του την περίοδο 1943-46 (1986) ο αμερικανός οικονομολόγος Γκέιλ Ε. Μάκινεν, το 1938 οι Ελληνες κρατούσαν ένα χαρτονόμισμα δραχμών για περίπου 40 ημέρες μέχρι να το ξοδέψουν. Τον Νοέμβριο του 1944, το χαρτονόμισμα έμενε στα χέρια ενός πολίτη για μόλις 4 ώρες! Ο Μάκινεν αναφέρεται αναλυτικά στην περίοδο της Κατοχής στην Ελλάδα ως μία από τις επτά περιπτώσεις υπερπληθωρισμού του 20ού αιώνα.

Μετά τη λήξη της Κατοχής, ακολούθησαν δύο αποτυχημένες προσπάθειες σταθεροποίησης των τιμών από την ελληνική κυβέρνηση που είχε επιστρέψει από το Κάιρο. Τον Νοέμβριο του 1944, κυκλοφόρησε η «νέα δραχμή», με καθεμία να αντιστοιχεί σε 50 δισ. παλαιές δραχμές. Ο έλεγχος των τιμών μέσω της ίδρυσης εμπορικής αστυνομίας δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα, ενώ οι φόροι που επιβλήθηκαν στα ενοίκια – που είχαν μείνει «παγωμένα» με επιτυχία καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής – δεν απέδωσαν και οδήγησαν αρκετές επιχειρήσεις σε «λουκέτο».

Η σταθεροποίηση του νομίσματος τελικά επιτεύχθηκε με τη Νομισματική Επιτροπή που δημιουργήθηκε σε συνεργασία με Βρετανία και ΗΠΑ το 1946.

Οι χρυσές λίρες

Για να αποφύγει την κατάσχεση των αποθεμάτων χρυσού από τους κατακτητές, τον Φεβρουάριο του 1942 η ΤτΕ έστειλε κρυφά τον χρυσό που διακρατούσε στο παράρτημά της στο Ηράκλειο Κρήτης με πλοία του Ναυτικού. Μετά την επιβολή της Κατοχής, ο χρυσός της χώρας συνέχισε το ταξίδι του και κατέληξε στην Πρετόρια της Νοτίου Αφρικής. Αργότερα, μετακινήθηκε στο Λονδίνο, όπου και παρέμεινε μέχρι τη λήξη του πολέμου, ενώ έπειτα χρησιμοποιήθηκε ως αντίβαρο για τη σταθεροποίηση του νομίσματος.

Στο πλαίσιο του υπερπληθωρισμού και της υποτίμησης του νομίσματος, ο χρυσός αναδείχθηκε ως η μοναδική «σταθερή αξία». Καθώς τόσο οι Ελληνες όσο και οι κατακτητές είχαν απολέσει πλήρως την εμπιστοσύνη τους στη δραχμή, οι χρυσές λίρες έγιναν το αντικείμενο που όλοι ήθελαν να κατέχουν. Υπολογίζεται ότι τα χρόνια της Κατοχής εισήχθησαν στην Ελλάδα περισσότερες από 1,3 εκατ. χρυσές λίρες, κυρίως από την Ιταλία και μέσω των γερμανών κατακτητών.  Ακόμα και οι αντάρτες στα βουνά της χώρας λάμβαναν οικονομική υποστήριξη από τους συμμάχους με χρυσές λίρες, ενώ και οι ίδιοι οι κατακτητές. Σύμφωνα με την ΤτΕ, τα χρόνια της Κατοχής αναπτύχθηκε η «χρυσοφιλία» στην Ελλάδα, η οποία εξακολουθεί να παίζει έναν ρόλο στη χώρα μας, που είναι από τις ελάχιστες στον κόσμο όπου οι χρυσές λίρες συνεχίζουν να κυκλοφορούν σχετικά ευρέως.

Το κατοχικό δάνειο

Το υποχρεωτικό «δάνειο» που πήραν οι κατακτητές από την Ελλάδα αποτελεί από μόνο του ένα σημαντικό κεφάλαιο της οικονομικής Ιστορίας. Σύμφωνα με το αρχείο του υποδιοικητή της ΤτΕ Γεωργίου Μαντζαβίνου, το αρχικό «δάνειο» της Ελλάδας στη Γερμανία και την Ιταλία υπολογιζόταν σε περίπου 3,4 εκατ. χρυσές λίρες, ενώ στη συνέχεια έγινε επιμήκυνση του δανείου, με το συνολικό ποσό που δόθηκε να φτάνει τα 7,9 εκατ. χρυσές λίρες. Σε δραχμές εκτιμάται ότι το ύψος του κατοχικού δανείου ξεπέρασε το 1 τετράκις εκατ. δρχ., ωστόσο ο υπολογισμός της πραγματικής αξίας του είναι μάλλον αδύνατος, λόγω του υπερπληθωρισμού της δραχμής.

Οι κατακτητές έπαιρναν από τα κρατικά ταμεία 1,5 δισ. δρχ. κάθε μήνα, τα οποία δεν αποπληρώνονταν, υποστηρίζοντας ότι τα χρήματα αυτά χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή και την ενίσχυση υποδομών στην Ελλάδα. Ωστόσο, τα έσοδα από τους φόρους δεν αρκούσαν για να καλύψουν τις μηνιαίες απαιτήσεις των κατακτητών. Ετσι, η «κυβέρνηση» τύπωνε χρήμα, τροφοδοτώντας περαιτέρω τον πληθωρισμό. Σε μια προσπάθεια σταθεροποίησης της δραχμής από τον ειδικό πληρεξούσιο των Γερμανών στην Ελλάδα για τα οικονομικά και νομισματικά ζητήματα, Χέρμαν Νόιμπαχερ, η μηνιαία «δόση» προς τους κατακτητές μειώθηκε κατά το ήμισυ σε 750 εκατ. δραχμές.

Κατά 70% μειώθηκε η αγροτική παραγωγή και χάθηκε το 60% του ζωικού κεφαλαίου

Τα χρόνια της Κατοχής, η εγχώρια παραγωγή έπεσε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, η αγροτική παραγωγή μειώθηκε κατά 70% και χάθηκε το 60% του ζωικού κεφαλαίου. Η ετήσια παραγωγή σιταριού έπεσε από τους 700.000 τόνους την προπολεμική περίοδο σε 300.000 τόνους το 1943, τα βοοειδή μειώθηκαν κατά περίπου 75%, ενώ αντίστοιχες ήταν οι μειώσεις στα αιγοπρόβατα και τα γουρούνια. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 82% και η ναυτιλία απώλεσε το 78% των δυνατοτήτων της.

Τα μεταφορικά οχήματα μειώθηκαν κατά 72% και τα δάση της χώρας συρρικνώθηκαν κατά 25%. Παράλληλα, οι βιομηχανικές μονάδες που μπορούσαν να παράγουν πολεμικό υλικό (π.χ. πυρίτιο, χρώμιο, μαγγάνιο) εξαγοράστηκαν, νοικιάστηκαν ή επιτάχθηκαν από τους κατακτητές, προς όφελος κυρίως του γερμανικού και δευτερευόντως του ιταλικού στρατού.

Εως τα μέσα του 1942, 63 επιχειρήσεις που απασχολούσαν σχεδόν 12.000 υπαλλήλους τελούσαν υπό γερμανική εποπτεία. Αυτοί ήταν και οι μόνοι τομείς που ήκμασαν κατά την περίοδο της Κατοχής. Το 76% των εξαγώγιμων προϊόντων κατευθύνθηκε στη Γερμανία και το 17% στην Ιταλία.

- Post Down -

Comments are closed.