- Advertisement -

Εξαιρετικά ασταθή και επικίνδυνη χαρακτηρίζει την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη Γαλλία ο Ερίκ Μορίς, πρώην επικεφαλής στις Βρυξέλλες του Ιδρύματος Robert Schuman και πολιτικός αναλυτής τώρα στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πολιτικής. Ο γάλλος ειδικός ανησυχεί λόγω των βίαιων διαμαρτυριών, της αδυναμίας του κράτους να τις αντιμετωπίσει, αλλά και της προοπτικής σημαντικών εκλογών, όπου τα δύο επικρατέστερα σχήματα είναι ακραία κόμματα.
Το κύμα διαδηλώσεων στη Γαλλία ευνοεί εκλογικά τη Λε Πεν;
Τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα οι δημοσκοπήσεις κινούνται όλο και περισσότερο υπέρ της. Μένει να δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα τους επόμενους μήνες. Ωστόσο, εφόσον το κύριο ζήτημα αφορά την ασφάλεια, τις ταραχές, τη βία και την αποκατάσταση της τάξης, αυτό λειτουργεί υπέρ της Λε Πεν, καθώς διαθέτει την ικανότητα να παρουσιάζεται ως η εγγυήτρια της τάξης. Υποστηρίζει ότι το κράτος είναι ανήμπορο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ίδια θα ήταν πιο ισχυρή.
Οι ταραχές δεν περιορίζονται μόνο στη Γαλλία, πώς βλέπετε την κατάσταση;
Κάθε κίνημα σε κάθε χώρα έχει τις δικές του ρίζες και αιτίες. Ωστόσο, ένα κοινό χαρακτηριστικό είναι ο πληθωρισμός, ο οποίος συνδέεται με τις τιμές της ενέργειας, σε συνδυασμό με τις δυσκολίες από τις κυβερνήσεις να διαχειριστούν τα δημόσια οικονομικά εν μέσω ποικίλων αναγκών, όπως οι αμυντικές δαπάνες, το ενεργειακό κόστος και οι επενδύσεις για το κλίμα. Επιπλέον, σε πολλά κράτη – μέλη παρατηρείται άνοδος λαϊκιστικών κομμάτων, τα οποία ασκούν πρόσθετη πίεση στις κυβερνήσεις. Υπάρχει επίσης το ζήτημα της βίας και του πώς τα λαϊκά κινήματα μπορούν να διαβρωθούν από βίαια στοιχεία. Στη Γαλλία, το έχουμε ήδη δει τα τελευταία χρόνια, για παράδειγμα με το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων». Ακολούθησε, το 2024, ένα νέο κύμα ταραχών στα προάστια (banlieues). Τώρα, βλέπουμε ένα κίνημα που ξεκίνησε από φοιτητές, στο οποίο προστέθηκαν άνθρωποι απελπισμένοι λόγω του κόστους ζωής, αλλά στο οποίο παρεισφρέουν και βίαιες ομάδες. Σε όλα αυτά προστίθενται ένα αδύναμο κράτος και μια αδύναμη κυβέρνηση, καθώς και η προοπτική σημαντικών εκλογών, όπου τα δύο επικρατέστερα σχήματα είναι ακραία κόμματα. Ο «Εθνικός Συναγερμός» (Rassemblement National) στη Δεξιά και η «Ανυπότακτη Γαλλία» (France Insoumise) στην αριστερά. Πρόκειται, λοιπόν, για μια εξαιρετικά ασταθή και επικίνδυνη κατάσταση.
Ποιος είναι ο αντίκτυπος στην Ευρώπη σε μια στιγμή που πρέπει να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις, όπως για τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό;
Σε επίπεδο ΕΕ είναι δύσκολο να βρεθεί η κατάλληλη ισορροπία που θα δημιουργήσει «ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία» σε ό,τι αφορά τη δημιουργία πλούτου και την κατανομή του τη στιγμή που τα ίδια τα κράτη – μέλη δεν γνωρίζουν με βεβαιότητα ποια πρέπει να είναι η πορεία τους. Είναι δύσκολο να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ 27 κρατών – μελών όταν σχεδόν όλα έχουν βάσιμους λόγους να φοβούνται τις πιθανές εξελίξεις. Τα κράτη έχουν ακόμη λιγότερα περιθώρια ελιγμών στις διαπραγματεύσεις λόγω των αναγκών χρηματοδότησης στο εσωτερικό τους, των εσωτερικών πολιτικών πιέσεων, καθώς και της αδυναμίας των ηγετών να επιτύχουν συμβιβασμούς. Αν εξετάσουμε τις διάφορες χώρες, για παράδειγμα τη Γερμανία, παρατηρούμε μια έντονη εσωστρέφεια με επίκεντρο το συμφέρον της εγχώριας βιομηχανίας. Σε περιόδους κρίσης, ενώ απαιτείται αλλαγή, επικρατεί ταυτόχρονα μεγαλύτερη αποστροφή στον κίνδυνο. Στην περίπτωση της Γαλλίας οι εναλλακτικές λύσεις δεν είναι καθόλου ευνοϊκές. Είτε δραστικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες είτε μια προσπάθεια ικανοποίησης όλων των αιτημάτων εν μέσω κρίσης χρέους και υπό την πίεση δύο ακραίων πολιτικών δυνάμεων.
Ποιος είναι ο αντίκτυπος των απόψεων της Λε Πεν για την Ευρώπη;
Η Λε Πεν επιδιώκει να εκλεγεί τον Μάιο, χωρίς να έχει επιτευχθεί συμφωνία για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, ώστε να έρθει στις Βρυξέλλες και να δηλώσει: «Μπορώ να συναινέσω στον προϋπολογισμό, αλλά θέλω τα χρήματά μου πίσω». Αν, ωστόσο, η συμφωνία για το ΠΔΠ έχει επιτευχθεί πριν από την εκλογή της είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς θα μπορούσε να υλοποιηθεί κάτι τέτοιο, εκτός αν η ίδια σταματήσει την καταβολή χρημάτων προς την ΕΕ, οπότε η χώρα θα παραβίαζε τις δεσμεύσεις της. Ακόμη και αν άλλα ακροδεξιά κόμματα έρχονταν στην εξουσία, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα να υλοποιήσουν τις υποσχέσεις τους. Θα μπορούσε όμως να συμβεί μια κρίση στο ανώτατο επίπεδο της ΕΕ, με την έννοια ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα είναι ανίκανο να λάβει οποιαδήποτε απόφαση.
Το γεγονός ότι η Λε Πεν θέτει αυτά τα ζητήματα επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο θα διαπραγματευτεί ο Μακρόν;
Ο Μακρόν επιμένει να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις το συντομότερο δυνατό. Για τον ίδιο πρόκειται για ζήτημα πολιτικής κληρονομιάς. Θέλει αυτός ο προϋπολογισμός να αντικατοπτρίζει τις απόψεις του για την ΕΕ. Ο Μακρόν δεν υποκύπτει σε πιέσεις. Δεν πρόκειται να αλλάξει τη στάση του επειδή η Λε Πεν ζητά να συμφωνηθεί ο προϋπολογισμός σε μεταγενέστερο χρόνο.
Είναι, όμως, αδύναμος, άρα, άλλες χώρες, όπως οι «φειδωλοί» δεν θα υποκύψουν στις δικές του πιέσεις.
Αυτό είναι βέβαιο. Το ερώτημα είναι πώς θα γεφυρωθούν τα δύο βασικά στρατόπεδα, οι «φειδωλοί» και οι «φίλοι της Συνοχής». Η Γαλλία δεν ανήκει σε καμία ομάδα, οπότε μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα. Ωστόσο, χρειάζεται ισχυρούς συμμάχους και στα δύο στρατόπεδα, και εδώ ακριβώς έγκειται η σημασία του γαλλο-γερμανικού άξονα. Βέβαια, και ο Μερτς είναι αδύναμος. Οι επιλογές για τον Μερτς είναι δύο. Είτε να επιδείξει τόλμη σε επίπεδο ΕΕ είτε να εστιάσει στην εσωτερική πολιτική κατάσταση, τηρώντας στάση επιφυλακής ώστε να μη δεχθεί πιέσεις από το AfD. Διάβασα ότι ο Μακρόν και ο Μερτς προσπαθούν να βρουν μια ισορροπία, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για έναν συμβιβασμό. Φυσικά, για τον Μερτς ισχύει ό,τι και για τον Μακρόν. Μπορεί να συσπειρώσει γύρω του άλλες χώρες; Δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο και το ερώτημα παραμένει, ποιος θα ηγηθεί αυτής της συζήτησης, ο Αντόνιο Κόστα, ο Μερτς ή ο Μακρόν; Ή μήπως κάποιος άλλος ίσως από μια μικρότερη χώρα.
Comments are closed.