- Advertisement -

Ο Ουμπέρτο Έκο αντιμετώπιζε την αναζήτηση της αλήθειας ως μια αδιάκοπη διαδικασία αμφισβήτησης, διαλόγου και ερμηνείας. Η γνώση, κατά τη σκέψη του, δεν αποτελεί παθητική αποδοχή πληροφοριών, αλλά απαιτεί ιστορική συνείδηση, κριτική επεξεργασία και πνευματική εγρήγορση. Στην εποχή της ψηφιακής υπερπληροφόρησης, οι θέσεις του αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Διότι το πρόβλημα σήμερα δεν είναι η έλλειψη πληροφοριών, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τις προσλαμβάνουμε, τις αξιολογούμε και τελικά διαμορφώνουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο.
Από την ανάγνωση στην κατανάλωση πληροφοριών
Για πολλές δεκαετίες, η εφημερίδα, το περιοδικό και κυρίως το βιβλίο αποτελούσαν βασικούς πυλώνες ενημέρωσης και πνευματικής καλλιέργειας. Η ανάγνωση προϋπέθετε χρόνο, συγκέντρωση και προσωπική συμμετοχή. Ο αναγνώστης επέλεγε το έντυπό του, αναμετριόταν με επιχειρήματα, επέστρεφε σε προηγούμενες σελίδες, αναστοχαζόταν. Η σχέση του με την πληροφορία δεν ήταν τόσο στενά συνδεδεμένη με μηχανισμούς καταγραφής της συμπεριφοράς του και διεκδίκησης της προσοχής του.
Σήμερα, η εικόνα μεταβάλλεται ριζικά. Σύμφωνα με την «Έκθεση για την Ψηφιακή Ενημέρωση 2025» του Ινστιτούτου Reuters, η παραδοσιακή ενημέρωση υποχωρεί, ενώ ενισχύεται η πρόσβαση στις ειδήσεις μέσω κοινωνικών δικτύων και ψηφιακών πλατφορμών. Παράλληλα, στοιχεία του Ερευνητικού Κέντρου Pew στις ΗΠΑ αναδεικνύουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο: οι πτυχιούχοι στρέφονται συχνότερα σε ειδησεογραφικούς ιστοτόπους, podcasts και newsletters, ενώ οι μη πτυχιούχοι βασίζονται συχνότερα στα κοινωνικά δίκτυα. Οι συσχετίσεις αυτές φανερώνουν διαφορετικές διαδρομές πρόσβασης στην ενημέρωση.
Το αθέατο τίμημα της δωρεάν ενημέρωσης
Το σημαντικότερο δεν είναι μόνο η αλλαγή του μέσου, αλλά και του οικονομικού μοντέλου. Όταν αγοράζουμε μια εφημερίδα ή πληρώνουμε μια συνδρομή, η συναλλαγή είναι σαφής. Στις δωρεάν ψηφιακές πλατφόρμες, όμως, το αντίτιμο μεταφέρεται συχνά στην προσοχή μας και στα δεδομένα της συμπεριφοράς μας, τα οποία αξιοποιούνται από αλγορίθμους για την επιλογή του περιεχομένου που βλέπουμε.
Έτσι, ενώ οι αναγνώστες μιας έντυπης εφημερίδας αντικρίζουν ουσιαστικά την ίδια ιεράρχηση ειδήσεων, κάθε χρήστης μιας ψηφιακής πλατφόρμας μπορεί να κινείται σε διαφορετικό
πληροφοριακό περιβάλλον, διαμορφωμένο από τις αναζητήσεις, τις προτιμήσεις και τις αντιδράσεις του. Το περιεχόμενο που προκαλεί έντονα συναισθήματα, όπως θυμό, φόβο ή αγανάκτηση, συχνά ευνοείται, καθώς συγκεντρώνει περισσότερη προσοχή και αλληλεπίδραση από μια ψύχραιμη, τεκμηριωμένη ανάλυση. Παράλληλα, προβάλλονται συχνότερα απόψεις που επιβεβαιώνουν τις υπάρχουσες πεποιθήσεις μας, ενισχύοντας έναν κύκλο επανάληψης που μπορεί να περιορίζει την επαφή με διαφορετικές οπτικές και να καλλιεργεί την πόλωση.
Δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για συνειδητή χειραγώγηση, αλλά για τη λειτουργία μιας οικονομίας της προσοχής, όπου η παραμονή στην οθόνη μετατρέπεται σε εμπορική αξία. Ο κίνδυνος είναι να διαμορφώνουμε, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, μια αποσπασματική ή στρεβλή εικόνα της πραγματικότητας. Η ενημέρωση, έτσι, δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο για την αξιοπιστία της, αλλά και για την ικανότητά της να προκαλεί την αντίδρασή μας.
Η απομάκρυνση από το βιβλίο και η απώλεια της εμβάθυνσης
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η σταδιακή απομάκρυνση από το εκτενές κείμενο και το βιβλίο. Ο εθισμός στο σύντομο, στο εύπεπτο και στο διαρκώς εναλλασσόμενο περιεχόμενο καλλιεργεί μια κουλτούρα βιαστικής κατανάλωσης πληροφοριών. Η ανάγνωση αντικαθίσταται από τη σάρωση, το επιχείρημα από το σύνθημα, η εμβάθυνση από την εντύπωση. Όσο συνηθίζουμε στην άμεση ανταμοιβή της εικόνας και του ολιγόλεπτου βίντεο, τόσο δυσκολότερη μπορεί να γίνεται η υπομονετική παρακολούθηση μιας σύνθετης σκέψης.
Το βιβλίο, όμως, δεν είναι απλώς ένας παλαιότερος φορέας περιεχομένου. Είναι χώρος πνευματικής άσκησης. Μας καλεί να παραμείνουμε σε μια ιδέα, να αντιμετωπίσουμε την αμφιβολία, να κατανοήσουμε όσα δεν χωρούν σε λίγες γραμμές. Η υποχώρηση αυτής της αναγνωστικής εμπειρίας κινδυνεύει να αποδυναμώσει δεξιότητες απαραίτητες για την κριτική σκέψη και τη δημοκρατική συμμετοχή.
Η διαπαιδαγώγηση των παιδιών ως κοινωνική προτεραιότητα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαπαιδαγώγηση των παιδιών για τη στάση τους απέναντι στα μέσα ενημέρωσης αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Οικογένεια και σχολείο οφείλουν να καλλιεργούν από νωρίς την ικανότητα διάκρισης της πληροφορίας από την παραπληροφόρηση, της τεκμηριωμένης άποψης από την επιφανειακή εντύπωση. Δεν αρκεί τα παιδιά να χειρίζονται με ευχέρεια τις ψηφιακές συσκευές, χρειάζεται να κατανοούν πώς και γιατί επιλέγεται το περιεχόμενο που παρακολουθούν. Κυρίως, χρειάζεται να εξοικειώνονται με το βιβλίο, την εφημερίδα και τη συστηματική ανάγνωση, ώστε να αναπτύσσουν αυτονομία σκέψης και όχι απλώς ταχύτητα κατανάλωσης πληροφοριών.
Η επιλογή της εφημερίδας ως πράξη αυτονομίας
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η δαιμονοποίηση της τεχνολογίας ούτε η μετατροπή της ποιοτικής ενημέρωσης σε προνόμιο όσων μπορούν να πληρώνουν. Χρειαζόμαστε κριτική παιδεία, ψηφιακό γραμματισμό, διαφάνεια στη λειτουργία των αλγορίθμων και συνειδητή επιλογή αξιόπιστων πηγών.
Η επιλογή της εφημερίδας και η οικονομική στήριξη της υπεύθυνης δημοσιογραφίας μπορούν να αποτελέσουν επιλογές προσωπικής αυτονομίας, χωρίς να εγγυώνται από μόνες τους την αμεροληψία. Το ουσιώδες είναι να γνωρίζουμε ποιος παράγει, ποιος χρηματοδοτεί και ποιος επιλέγει την πληροφορία που φθάνει σε εμάς.
Ίσως, τελικά, η καθοριστική διάκριση του μέλλοντος να μην είναι ανάμεσα στο έντυπο και το ψηφιακό, ούτε απλώς ανάμεσα στο δωρεάν και το επί πληρωμή. Θα είναι ανάμεσα στην ενημέρωση που επιλέγουμε εμείς και σε εκείνη που επιλέγεται για εμάς. Ανάμεσα στον άνθρωπο που διαβάζει, σκέφτεται και αμφισβητεί και στον χρήστη που απλώς παρακολουθεί.
Δρ Γεωργία Ρογάρη
Φιλόλογος, Καθηγήτρια – Σύμβουλος Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου
Comments are closed.