- Advertisement -

Μια κλοπή, ένα χαμένο… θησαυροφυλάκιο με σπάνια χειρόγραφα και ένα πολύτιμο κομμάτι της Ιστορίας της Ελλάδας που κρύβεται πίσω από τους αριθμούς. Αυτό θα μπορούσε να είναι συνοπτικά το περιεχόμενο της κλοπής των πολύτιμων κειμηλίων από τα μοναστήρια της Μακεδονίας, που επανήλθε στη δημοσιότητα με την υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης μεταξύ των υπουργείων Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας και την ανταλλαγή κειμηλίων.
Τα χειρόγραφα της Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών και της Μονής Παναγίας Αχειροποιήτου, της γνωστής Εικοσιφοίνισσας του Παγγαίου, είχαν απομακρυνθεί το 1917 από τις βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής και η τύχη ενός μεγάλου μέρους τους παρέμενε άγνωστη.
Ηταν στα μέσα της δεκαετίας του 1980 όταν ο ομότιμος – σήμερα – καθηγητής Μεσαιωνικής Ελληνικής (Βυζαντινής) Φιλολογίας του ΑΠΘ, Βασίλης Κατσαρός, ξεκίνησε μια μεγάλη και εμπεριστατωμένη έρευνα.
Το βιβλίο του με τίτλο «Τα χειρόγραφα των Μονών Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Αχειροποιήτου του Παγγαίου (Κοσίνιτσας)» και υπότιτλο «Η ιστορία των αριθμών», δεν είναι απλώς μια καταγραφή κλεμμένων θησαυρών. Είναι η προσπάθεια να ανασυσταθεί ένα «σκορπισμένο ψηφιδωτό»: ποια χειρόγραφα ανήκαν στις δύο Μονές, ποια μεταφέρθηκαν, πού κατέληξαν και πώς μπορεί σήμερα να αναγνωριστεί η πραγματική τους ταυτότητα. Η ιστορία αποκτά νέα διάσταση όταν, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ελληνικά χειρόγραφα εντοπίζονται στο Ερευνητικό Κέντρο Σλάβο-Βυζαντινών Σπουδών «Ivan Dujcev» του Πανεπιστημίου της Σόφιας.
Ο ίδιος ο Κατσαρός επισκέπτεται για πρώτη φορά το Κέντρο τον Ιούνιο του 1988. Του δείχνουν επτά ελληνικά χειρόγραφα και αναγνωρίζει ότι προέρχονται από τη Μονή Εικοσιφοίνισσας. Η πρώτη αυτή επαφή γίνεται η αφετηρία μιας έρευνας που θα διαρκέσει χρόνια. Το κρίσιμο εύρημα έρχεται το 1990. Ο Κατσαρός πληροφορείται ότι στο Κέντρο Dujcev υπάρχει ένας ανέκδοτος περιγραφικός κατάλογος ελληνικών χειρογράφων, συνταγμένος από τον Vladimir Sis. Και η πληροφορία αυτή έχει τεράστια σημασία: ο Sis δεν ήταν ένας απλός καταλογογράφος.
Ηταν ο άνθρωπος που είχε σχεδιάσει, οργανώσει και εκτελέσει την επιχείρηση μεταφοράς των ελληνικών χειρογράφων στη Σόφια. Το σημαντικότερο μήνυμα της έρευνας είναι ότι η ιστορία των χειρογράφων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσα από το πρίσμα της ελληνοβουλγαρικής αντιπαράθεσης.
Ο ίδιος ο Κατσαρός επιμένει ότι το επιστημονικό χρέος πρέπει να υπερβαίνει τις εθνικές ευαισθησίες. Πίσω από κάθε αριθμό στον κατάλογο υπάρχει ένα χειρόγραφο και πίσω από κάθε χειρόγραφο μια ιστορία. Και πίσω από το σύνολό τους βρίσκεται η Ιστορία δύο μοναστηριών, μιας ολόκληρης περιοχής και ενός πολιτιστικού θησαυρού που, αφού διασκορπίστηκε, άρχισε πολλές δεκαετίες αργότερα να ξαναβρίσκει την ταυτότητά του.
Την άνοιξη του 1917 ο βουλγαρικός στρατός προελαύνει στη Μακεδονία, λεηλατώντας πόλεις και χωριά. Τη Μεγάλη Δευτέρα, 27 Μαρτίου 1917, μια ομάδα με επικεφαλής τον κομιτατζή Πανίτσα εισέβαλε στο μοναστήρι της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, χτύπησαν ανελέητα τους μοναχούς, σκότωσαν τον ηγούμενο Μακάριο και άρπαξαν τους εκκλησιαστικούς θησαυρούς.
Κοντά στα 1.000 πολύτιμα αντικείμενα, Ευαγγέλια, σκεύη, εικόνες ακόμη και της Παλαιολόγειας εποχής, χρυσά και ασημένια λειτουργικά σκεύη, χρυσοκέντητα άμφια, ξυλόγλυπτα εκκλησιαστικά έπιπλα και ανεκτίμητοι βυζαντινοί χειρόγραφοι κώδικες και παλιές εκτυπώσεις από τη βιβλιοθήκη της Μονής, αποσπάστηκαν βίαια και μεταφέρθηκαν στη Σόφια.
Σύμφωνα με τις μελέτες 420 χειρόγραφα και 490 κειμήλια έπεσαν στα χέρια των Βουλγάρων, αφανίζοντας ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας του μοναστηριού και της Βυζαντινής Μακεδονίας – η Εικοσιφοίνισσα μετρά Ιστορία 1.500 χρόνων, καθώς μνημονεύεται από το 480. Ανάλογες λεηλασίες έγιναν και σε άλλα μοναστήρια των Σερρών και της Θράκης, υπό τον… συντονισμό του Vladimir Sis, μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας για την Ιστορία και την εποχή. Ο Sis ήταν τσέχος δημοσιογράφος που έφτασε στη Μακεδονία ως πολεμικός ανταποκριτής της Ακαδημίας Επιστημών της Σόφιας.
Η Εικοσιφοίνισσα, η Μονή Τιμίου Προδρόμου στο Μενοίκιο όρος των Σερρών, η Παναγία Αρχαγγελιώτισσα και η Παναγία Καλαμούς στην Ξάνθη, η Παναγία Κορνοφωλιάς στον Εβρο, λαφυραγωγήθηκαν. Και τα μεν κειμήλια παραδόθηκαν στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στη Σόφια, τα δε χειρόγραφα, προς μελέτη στην Ακαδημία Επιστημών Βουλγαρίας – Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Μελετών Ivan Dujcev (Ιβάν Ντούιτσεφ).
Η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, που υπέγραψαν οι υπουργοί Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη και Εβτιμ Μιλόσεφ, χαρακτηρίστηκε ως «ιστορικής σημασίας» και από τις δύο πλευρές. Οι Βούλγαροι επέστρεψαν στην Ελλάδα 48 κειμήλια από τις μονές Εικοσιφοίνισσας, Τιμίου Προδρόμου και από την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης και η ελληνική πλευρά παρέδωσε τα λείψανα που ανευρέθηκαν στη Βασιλική του Αγίου Αχίλλειου, το 1965, από τον αείμνηστο καθηγητή Αρχιτεκτονικής στο ΑΠΘ, Νικόλαο Μουτσόπουλο και που έχουν ταυτοποιηθεί ως ανήκοντα στον τσάρο Σαμουήλ της Βουλγαρίας, (997-1014)..
Αντιδράσεις και υποσχέσεις
Ελλάδα και Βουλγαρία συμφώνησαν «τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων για την ταυτοποίηση και ένταξη σε επακόλουθη συμφωνία, ιστορικών αντικειμένων αμοιβαίου ενδιαφέροντος που δεν υπάχθηκαν στην παρούσα» και πληροφορίες αναφέρουν πως οι συζητήσεις βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο για την επιστροφή και άλλων κειμηλίων, με τα χειρόγραφα και τους κώδικες να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Σε επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού, ο μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος, στη μητρόπολη του οποίου ανήκει η Μονή Εικοσιφοίνισσας του Παγγαίου, εκφράζει τις επιφυλάξεις του για την επιστροφή των 48 κειμηλίων, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, μόνο από την Εικοσιφοίνισσα αφαιρέθηκαν εκατοντάδες κειμήλια και 430 χειρόγραφα. «Μου ειπώθηκε ότι η επιστροφή των 48 κειμηλίων της παραπάνω συμφωνίας είναι η πρώτη φάση μιας διαδικασίας επιστροφών συληθέντων κειμηλίων. Επιτρέψτε μου, όμως, να αμφιβάλω, γνωρίζοντας εξ εμπειρίας την από πολλών ετών αδιαλλαξία της άλλης πλευράς και την απροθυμία της για την επιστροφή των κειμηλίων και χειρογράφων», αναφέρει στην επιστολή του. Από την πλευρά της Μητρόπολης Σερρών και Νιγρίτης, ο μητροπολίτης Θεολόγος σε δήλωσή του χαιρέτισε την επιστροφή των 48 κειμηλίων, αλλά υπογράμμισε ότι «ο αγώνας συνεχίζεται» και «για την επιστροφή του συνόλου των βιαίως κλαπέντων κειμηλίων στην τοπική μας Εκκλησία».
Η συζήτηση της επόμενης μέρας δεν παραγνωρίζει την ιστορικής σημασίας συμφωνία και τη σημαντικότητα των 48 κειμηλίων που επιστράφηκαν. Ανοίγει, όμως, μία νέα για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων και την απαίτηση του επαναπατρισμού όλων των θησαυρών που έχουν κλαπεί από τα μοναστήρια, μηδέ του έντυπου υλικού εξαιρουμένου. Ιστορικοί που μίλησαν στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» επισήμαναν πως «τα κειμήλια και τα χειρόγραφα αποτελούν λεία πολέμου και ως λεία πολέμου πρέπει να επιστραφεί και όχι να ανταλλαγεί. Η κλοπή έγινε στο πλαίσιο της παραχάραξης της Ιστορίας και πρέπει να επιστραφούν οι θησαυροί στο σύνολό τους».
Comments are closed.