- Advertisement -

Λαύριο: Όταν ο κίνδυνος είναι γνωστός – Τα κενά στην προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας

Λαύριο: Όταν ο κίνδυνος είναι γνωστός – Τα κενά στην προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας
35

- Advertisement -

Στο Λαύριο, η 32χρονη είχε ήδη απευθυνθεί επανειλημμένα στις Αρχές. Από τα τέλη Νοεμβρίου του 2025 έως τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2026 είχε υποβάλει τέσσερις καταγγελίες για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας σε βάρος του πρώην συντρόφου της, καθώς και μία ακόμη για παραβίαση της υποχρέωσης διατροφής. Από την πρώτη καταγγελία, που αφορούσε απειλές κατά της ζωής της, της είχε χορηγηθεί Panic Button.

Μετά το τελευταίο καταγγελλόμενο περιστατικό, ο 32χρονος συνελήφθη και αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, μεταξύ των οποίων απαγόρευση προσέγγισης της κατοικίας της πρώην συντρόφου του. Λιγότερο από έναν μήνα αργότερα, κατηγορείται ότι επέστρεψε και επιτέθηκε με μαχαίρι στην ίδια και στον 33χρονο σύντροφό της, ενώ στο σπίτι βρίσκονταν και τα δύο ανήλικα παιδιά.

Η υπόθεση του Λαυρίου έχει ιδιαίτερη βαρύτητα ακριβώς επειδή εδώ τα μέτρα υπήρχαν: καταγγελίες, Panic Button, σύλληψη, περιοριστικοί όροι. Κι όμως, η επίθεση έγινε. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν υπάρχουν εργαλεία προστασίας, αλλά αν μπορούν να αποτρέψουν την κλιμάκωση όταν ο κίνδυνος είναι ήδη γνωστός.

Η 15η του 2026

«Θόλωσα». Η λέξη επιστρέφει συχνά έπειτα από γυναικοκτονίες, σαν να μπορεί να περιγράψει ως στιγμιαία έκρηξη καταστάσεις στις οποίες πολλές φορές έχουν προηγηθεί έλεγχος, απειλές, φόβος, κακοποίηση ή ένας χωρισμός που δεν έγινε αποδεκτός.

Στην Ηγουμενίτσα, η δολοφονία της 25χρονης Πηνελόπης τον Σεπτέμβριο καταγράφηκε, από φορείς που παρακολουθούν το φαινόμενο, ως η 15η γυναικοκτονία στην Ελλάδα μέσα στο 2026. Η γυναικοκτονία, ωστόσο, δεν αποτελεί αυτοτελή ποινική κατηγορία στην Ελλάδα. Στα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. έως τις 24 Σεπτεμβρίου καταγράφονται 10 τετελεσμένες ανθρωποκτονίες με γυναίκες θύματα, στο πλαίσιο του άρθρου 299 του Ποινικού Κώδικα σε συνδυασμό με τον νόμο περί ενδοοικογενειακής βίας.

Για τη δικηγόρο Ιωάννα Στεντούμη, η γυναικοκτονία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο έγκλημα ή ως αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας «έκρηξης», αλλά ως η ακραία μορφή ενός συνεχούς κύκλου έμφυλης βίας. Μιλώντας στα «ΝΕΑ», επισημαίνει ότι η νομική αναγνώριση του όρου είναι κρίσιμη όχι μόνο σε συμβολικό επίπεδο, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο το φαινόμενο καταγράφεται και αντιμετωπίζεται.

«Η νομική αναγνώριση του όρου της γυναικοκτονίας είναι πάρα πολύ σημαντική για να μπορέσει να αντιμετωπιστεί ως αυτό που είναι: ένα κοινωνικό φαινόμενο», λέει. «Δεν είναι ατομικό ζήτημα του δράστη, είναι κοινωνικό ζήτημα όλης της κοινωνίας».

Οι αριθμοί

Το 2023 καταγράφηκαν 11.589 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, το 2024 22.080 και το 2025 22.875. Στο πρώτο οκτάμηνο του 2026 είχαν ήδη καταγραφεί 14.519 περιστατικά. Οι γυναίκες που καταγράφηκαν ως θύματα ήταν 19.167 το 2025 και 12.361 στο πρώτο οκτάμηνο του 2026.

Τα στοιχεία για τις τετελεσμένες ανθρωποκτονίες φωτίζουν και τη σχέση με τον δράστη. Για την περίοδο 2020 έως 24 Σεπτεμβρίου 2026, η ΕΛ.ΑΣ. καταγράφει, μεταξύ άλλων, 43 περιπτώσεις στις οποίες ο δράστης ήταν σύζυγος, 14 μόνιμος σύντροφος, 11 τέως μόνιμος σύντροφος και δύο τέως σύζυγος.

Πολλά μέτρα, αλλά τι συμβαίνει όταν μια γυναίκα φτάνει στην αστυνομία; Στις 22 Σεπτεμβρίου, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης δήλωσε ότι «κάθε βράδυ γίνονται 100 συλλήψεις» και ότι το 2025 οι συλλήψεις ήταν περίπου 35.000. Στις 5 Μαΐου είχε αναφέρει για το ίδιο έτος «12.000 και πλέον συλλήψεις», ενώ σε άλλες δημόσιες τοποθετήσεις του τον Μάιο έκανε λόγο για περίπου 13.000 συλλήψεις ετησίως κατά τα προηγούμενα 2 έως 2,5 χρόνια.

Δεν είναι σαφές από τις επίσημες ανακοινώσεις αν οι αριθμοί αυτοί μετρούν ακριβώς το ίδιο πράγμα – μοναδικά πρόσωπα, συνολικές ή επαναλαμβανόμενες συλλήψεις – και γι’ αυτό η απευθείας σύγκρισή τους χρειάζεται προσοχή.

Το υπουργείο έχει παρουσιάσει τις συλλήψεις, τα Panic Buttons, τα safe houses και τα ειδικά γραφεία ως βασικά στοιχεία ενός μηχανισμού προστασίας που έχει ενισχυθεί. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο πόσα εργαλεία υπάρχουν, αλλά τι συμβαίνει όταν μια γυναίκα περνά την πόρτα ενός αστυνομικού τμήματος.

Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί δημόσιες καταγγελίες για πλημμελή διαχείριση περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας από αστυνομικές υπηρεσίες. Η ΕΛ.ΑΣ. απαντά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ότι τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα τηρήθηκαν. Η επίκληση των πρωτοκόλλων, όμως, δεν απαντά από μόνη της στο βασικό ερώτημα: αν η γυναίκα που ζήτησε βοήθεια προστατεύτηκε πράγματι. Μια καταγγελία μπορεί να έχει καταγραφεί κανονικά και παρ’ όλα αυτά ο κίνδυνος να έχει υποτιμηθεί. Γι’ αυτό η αποτελεσματικότητα της αστυνομίας δεν μπορεί να μετριέται μόνο από το αν συμπληρώθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, αλλά από το αν αναγνωρίστηκε εγκαίρως η απειλή και αποτράπηκε η κλιμάκωσή της.

Δεν αρκεί μια καταγγελία να καταγράφεται τυπικά. Το κρίσιμο είναι αν η σοβαρότητα του κινδύνου αναγνωρίζεται εγκαίρως, αν ο φόβος του θύματος αξιολογείται ουσιαστικά και αν οι υπηρεσίες μπορούν να συνδέσουν επαναλαμβανόμενα περιστατικά πριν αυτά κλιμακωθούν.

Για την Αννα Βουγιούκα, υπεύθυνη συνηγορίας στο Κέντρο Διοτίμα, εκεί βρίσκεται ένα από τα βασικά κενά. Μιλώντας στα «ΝΕΑ», επισημαίνει ότι «η αλυσίδα της προστασίας σπάει κατ’ αρχάς στον αποσπασματικό χαρακτήρα και στην έλλειψη διυπηρεσιακού συντονισμού».

Κατά την εκτίμησή της, η κρατική απόκριση παραμένει σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένη στην καταστολή, ενώ η πρόληψη απαιτεί συνεχή συνεργασία μεταξύ αστυνομίας, Δικαιοσύνης, κοινωνικών και υγειονομικών υπηρεσιών.

Το Λαύριο κάνει όλα αυτά τα ερωτήματα συγκεκριμένα. Υπήρχαν επανειλημμένες καταγγελίες, Panic Button, προηγούμενη σύλληψη και περιοριστικοί όροι. Κι όμως, ο κατηγορούμενος φέρεται να επέστρεψε και να επιτέθηκε ξανά.

- Post Down -

Comments are closed.