- Advertisement -

Ηταν άνοιξη του 2023, διηγείται, και όλα είχαν πάρει τον δρόμο τους. Η πέμπτη σεζόν του «Fauda» είχε αρχίσει να γράφεται. Το καλοκαίρι ξεκίνησε να παίρνει μορφή και με το που μπήκε το φθινόπωρο τα πράγματα ξεκαθάριζαν.
Υστερα ήρθε η 7η Οκτωβρίου. Μέσα σε μία ημέρα, η πραγματικότητα ακύρωσε τη μυθοπλασία από κάθε άποψη – και όλα όσα είχαν γραφτεί μπήκαν στο συρτάρι. Αλλωστε και ο καλύτερος σεναριογράφος, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να το είχε φανταστεί.
Η Λίατ Μπενασούλι, η παραγωγός αυτής της σειράς – φαινόμενο, μιλάει με ειλικρίνεια αλλά και ψυχραιμία ακόμα κι όταν φτάνει στις στιγμές εκείνες που δεν αποφεύγεται η φόρτιση. Εκείνη δε την ανατροπή τη θυμάται έντονα. «Τους πρώτους τρεις μήνες δεν δουλεύαμε πραγματικά», μου εξηγεί. «Ημασταν μουδιασμένοι. Πηγαίναμε στον Νότο και προσπαθούσαμε να δούμε πώς μπορούσαμε να βοηθήσουμε». Ετσι, η τηλεόραση μπήκε στην άκρη.
Διαβάστε επίσης: Ισραήλ: Στην πρώτη γραμμή της μάχης κατά της Χαμάς ο πρωταγωνιστής του “Fauda”
Οταν η ομάδα επέστρεψε τελικά στην αίθουσα των σεναριογράφων, η διαπίστωσή τους ήταν κοινή: μια σειρά που παρακολουθεί τόσο στενά την ισραηλινοπαλαιστινιακή πραγματικότητα δεν μπορούσε να προσπεράσει το μεγαλύτερο τραύμα της σύγχρονης ισραηλινής Ιστορίας. Η αρχική εκδοχή εγκαταλείφθηκε οριστικά και η πέμπτη σεζόν ξαναγράφτηκε από την αρχή, σε μια διαδικασία που διήρκεσε περίπου, όπως λέει η παραγωγός, έναν χρόνο. Η απόφαση παρουσιάστηκε στην ισραηλινή πλατφόρμα για την οποία αναπτύσσεται η σειρά προκειμένου φτάσει στο διεθνές κοινό μέσω του Netflix.
Το ωραιότερο πράγμα στο Ισραήλ είναι, για έναν δημοσιογράφο τουλάχιστον, η ευθύτητα με την οποία μιλάει ο κόσμος. Αν και από τον μη έμπειρο ξένο, αυτό εκλαμβάνεται συχνά ως αναίδεια. Δεν είναι. Η εκεί πραγματικότητα δεν έχει την πολυτέλεια για πολλά φτιασιδώματα. Ετσι, όταν τη ρωτώ εάν ο σκοπός αυτού ειδικά του κύκλου τελικά είναι ψυχαγωγικός, είναι η μεταφορά των μαρτυριών ή εάν είναι να περάσει σε ένα διεθνές κοινό τη θέση του Ισραήλ για την 7η Οκτωβρίου, σηκώνει πρόθυμα το γάντι.
«Κοίτα, εμείς κάνουμε τηλεόραση, όχι χασμπαρά», λέει (σ.σ. από το εβραϊκό ρήμα λ’χασμπίρ που σημαίνει «εξηγώ» ή και «ενημερώνω» και είναι η προβολή των θέσεων του κράτους του Ισραήλ στο διεθνές πεδίο). «Ομως, ήταν σημαντικό για εμάς να πούμε τη δική μας ιστορία». Πολύ σύντομα μετά τη σφαγή, προσθέτει, η διεθνής συζήτηση μετατοπίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα. Η 7η Οκτωβρίου, οι άμαχοι και οι χιλιάδες άνθρωποι που επηρεάστηκαν άμεσα έμοιαζαν να ξεχνιούνται.
«Δεν υπερασπίζομαι αυτή την κυβέρνηση», ξεκαθαρίζει η Λίατ Μπενασούλι. «Αυτήν ειδικά όχι. Αυτό είναι δική της υπόθεση. Εμείς μιλάμε ως καλλιτέχνες και ως άνθρωποι. Στον πολιτισμό δεν λες στον κόσμο τι να σκεφτεί· προσπαθείς να τον κάνεις να αισθανθεί αυτό που αισθάνθηκες». Και θεωρεί ότι η αντίδραση των θεατών από το εξωτερικό την έχει ήδη δικαιώσει. «Ανθρωποι που δεν είναι ούτε Ισραηλινοί ούτε Εβραίοι μας γράφουν: “Δεν ξέραμε ότι είχε συμβεί αυτό. Δεν είχαμε ιδέα”».
Διαβάστε επίσης: Να μην υπάρξει ποτέ άλλη 7η Οκτωβρίου
Εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία και τη ρωτώ για την παγκόσμια απήχηση της νέας σεζόν – και για κάτι που προσωπικά με εντυπωσίασε: Βρέθηκε αμέσως στην κορυφή του Netflix στον Λίβανο και σχεδόν εκεί στις λίστες αρκετών αραβικών χωρών. Αυτό, πώς;
Η παραγωγός του «Φάουντα» θεωρεί ότι η αρχική περιέργεια μετατρέπεται γρήγορα σε σύνδεση με γνώριμους χαρακτήρες. Τονίζει, άλλωστε, ότι οι συγκρούσεις μεταξύ κυβερνήσεων δεν περιγράφουν κατ’ ανάγκην τα αισθήματα των κοινωνιών. Δεν πιστεύει, όπως λέει, ότι λ.χ. Ισραηλινοί και Λιβανέζοι αλληλομισούνται.
Εκείνο που την εξέπληξε περισσότερο όμως, ήταν η υποδοχή στην Ευρώπη, μέσα στο κλίμα των ιαχών για μποϊκοτάζ του Ισραήλ. «Φοβόμουν ότι πλέον δεν θα ήθελαν να μας παρακολουθήσουν. Οτι θα έλεγαν πως πρόκειται για μια ισραηλινή αφήγηση, από ισραηλινούς δημιουργούς». Κάθε άλλο παρά αυτό συνέβη, παρατηρώ. «Ναι», αποκρίνεται. «Μια αληθινή, καλή ιστορία, όταν βγαίνει από την καρδιά, μπορεί να αγγίξει τους πάντες».
Στην αρχική της εκδοχή, τη δεύτερη, η νέα ιστορία εκτυλισσόταν δύο χρόνια μετά την επίθεση και επικεντρωνόταν στις συνέπειές της. Ωσπου ο επικεφαλής των σεναριογράφων πρότεινε δύο αυτοτελή επεισόδια που θα επέστρεφαν στην ίδια την ημέρα της 7ης Οκτωβρίου.
Η πρώτη αντίδραση ήταν καθολικά αρνητική, θυμάται. «Είπαμε όχι! Είναι πολύ δύσκολο. Κανείς στο Ισραήλ δεν θέλει να το ξαναζήσει. Ο κόσμος είναι εξαντλημένος από το τραύμα». Σταδιακά, όμως, κατέληξαν, ότι ακριβώς γι’ αυτό όφειλαν να το κάνουν, αναφέρει. Και έτσι έγινε.
Τα επεισόδια 7 και 8 δεν αναπαριστούν αυτούσια την ιστορία κάποιας συγκεκριμένης οικογένειας. Οι δημιουργοί άκουσαν περισσότερες από χίλιες μαρτυρίες και συνέθεσαν στοιχεία από διαφορετικές ιστορίες. «Ολα είναι αληθινά και, συγχρόνως, όλα είναι μυθοπλασία», σημειώνει.
Συνειδητά. Ηταν και μια ηθική επιλογή. Δεν ήθελαν καμία οικογένεια να αισθανθεί ότι η ιδιωτική της τραγωδία είχε μεταφερθεί στην οθόνη. «Οσα δείχνουμε συνέβησαν», ξεκαθαρίζει. «Συνέβησαν και πολύ χειρότερα».
Οι όμηροι, όμως; Απαντά πως η σειρά απέφυγε να δραματοποιήσει την ομηρεία όσο οι όμηροι κρατούνταν ακόμη στη Γάζα. «Δεν μπορούσαμε να παίξουμε με κάτι τόσο λεπτό και τόσο σημαντικό. Προσπαθήσαμε να το χειριστούμε με ευαισθησία και ευθύνη».
Δεν αποφεύγει να απαντήσει ούτε στην κριτική κάποιων, ότι οι παλαιστινιακοί χαρακτήρες εμφανίζονται κάπως πιο απλουστευμένοι από ό,τι στις προηγούμενες σεζόν, ότι υπάρχει μια κάποια απόσταση από αυτό που χαρακτηρίζει τους άλλους κύκλους.
«Ισως οι επικριτές να έχουν δίκιο», παρατηρεί. «Η 7η Οκτωβρίου μας επηρέασε ως Ισραηλινούς και ήταν δυσκολότερο να διατηρήσουμε την ίδια απόσταση» περιγράφοντάς την. Ομως, όπως λέει, η σειρά εξακολουθεί να παρουσιάζει ανθρώπους με οικογένειες, αισθήματα και προσωπικές ζωές. «Και εμείς είμαστε Ισραηλινοί. Δεν απολογούμαστε γι’ αυτό».
Οσο για το μέλλον του «Fauda» γράφονται πολλά, ωστόσο, οριστική απόφαση δεν υπάρχει ακόμη. Κάποτε πίστευαν ότι η τέταρτη σεζόν θα ήταν η τελευταία. Τώρα συζητούν τόσο μια συνέχεια όσο και τη μετάβαση στον κινηματογράφο.
Η προϋπόθεση, λέει η Λίατ Μπενασούλι, παραμένει μία: «Να βρούμε μια ιστορία που πραγματικά θέλουμε να αφηγηθούμε. Αλλά και κάτι που αξίζει να πούμε».
Comments are closed.