- Advertisement -

Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, οι νεκροί δεν άφησαν ήσυχο τον Ρον ΜακΆντριου.
Κάθε βράδυ, όπως αφηγείται ο ίδιος στο CNN, ένας από τους ανθρώπους που είχε οδηγήσει στον θάνατο εμφανιζόταν στο δωμάτιό του.
Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού και τον κοιτούσε σιωπηλός.
«Δεν έλεγαν ποτέ τίποτα. Απλώς κάθονταν και με κοιτούσαν», θυμάται σήμερα ο 88χρονος πρώην διευθυντής της φυλακής της Πολιτείας της Φλόριντα.
Τα μάτια τους, όμως, έμοιαζαν να μιλούν. «Πώς μπόρεσες να κάνεις κάτι τέτοιο; Έλεγες πάντα ότι είσαι καλός άνθρωπος. Και τώρα σκοτώνεις ανθρώπους».
Ο ΜακΆντριου ήταν ο άνθρωπος που είχε την ευθύνη των εκτελέσεων στη διαβόητη φυλακή της Φλόριντα.
Ανέλαβε τη διεύθυνσή της το 1996 και συμμετείχε στις εκτελέσεις οκτώ καταδικασμένων σε θάνατο. Τρεις από αυτούς πέθαναν στην ηλεκτρική καρέκλα, ενώ αργότερα ταξίδεψε στο Τέξας, όπου συμμετείχε σε εκτελέσεις με θανατηφόρα ένεση.
Τότε πίστευε στη θανατική ποινή. Σήμερα δηλώνει ότι δεν μπορεί να καταλάβει πώς πίστευε ποτέ κάτι τέτοιο.
«Δεν μου αρέσει η λέξη εκτέλεση», λέει.
«Προτιμώ να την αποκαλώ προμελετημένη, τελετουργική πολιτική δολοφονία. Γιατί αυτό είναι».
Η αλλαγή του δεν ήρθε από τη θεωρία, αλλά από όσα είδε.
Κάθε καταδικασμένος είχε μια τελευταία συζήτηση μαζί του.
Ο ΜακΆντριου πήγαινε στο κελί, έκλεινε την πόρτα και έμενε μόνος με τον άνθρωπο που σε λίγη ώρα θα πέθαινε. «Είναι μόνο εγώ κι εσύ. Υπάρχει κάτι που θέλεις να πεις;» τους ρωτούσε.
Φωτογραφία: Tina Russell for CNN
Ύστερα ερχόταν η διαδικασία. Η καρέκλα, οι ιμάντες, η μάσκα, οι μάρτυρες. Και ο ίδιος, ο ΜακΆντριου, είχε την ευθύνη για το τελευταίο σήμα.
Το 1997, όμως, μια εκτέλεση άλλαξε για πάντα τη ζωή του.
Ο Πέδρο Μεδίνα είχε καταδικαστεί για φόνο και διακήρυττε μέχρι την τελευταία στιγμή την αθωότητά του. Όταν ο ΜακΆντριου έδωσε το σήμα, η ηλεκτρική καρέκλα παρουσίασε βλάβη. Φλόγες τύλιξαν το κεφάλι του Μεδίνα και μαύρος καπνός γέμισε τον θάλαμο.
«Δεν μπορούσα να το σταματήσω εκείνη τη στιγμή», θυμάται, σύμφωνα με το CNN.
«Είπα: συνεχίστε».
Εκείνη η στιγμή τον στοίχειωσε. Άρχισε να πίνει, έχασε τον ύπνο του και έφτασε να σκέφτεται την αυτοκτονία. Η σύζυγός του, Λιν, όπως λέει ο ίδιος, ήταν εκείνη που τον κράτησε στη ζωή.
Σήμερα έχει μετατραπεί σε έναν από τους πιο απροσδόκητους επικριτές της θανατικής ποινής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ταξιδεύει, μιλά σε εκδηλώσεις, συμβουλεύει δικηγόρους και προσπαθεί να βοηθήσει καταδικασμένους σε θάνατο στις εφέσεις τους.
«Έπρεπε να κοιτάξω τον εαυτό μου».
«Να σκεφτώ τι έχω κάνει. Γιατί το έκανα».
Και όταν τον ρωτούν για τους νεκρούς που εξακολουθούν να τον επισκέπτονται, δεν δείχνει να θέλει να τους διώξει από τη μνήμη του.
«Δεν θέλω να το ξεχάσω». «Θέλω να το θυμάμαι».
Ίσως γιατί, στα 88 του, έχει καταλήξει πως η μνήμη είναι η μόνη τιμωρία που του απέμεινε.
Και όταν έρθει η δική του ώρα, πιστεύει πως κάποιοι θα τον περιμένουν.
«Υπάρχει πολύς κόσμος που με περιμένει εκεί», λέει κοιτάζοντας τον ουρανό πάνω από το σπίτι του στη Φλόριντα.
Comments are closed.