- Advertisement -

Ελένη Κρίτα στα «ΝΕΑ»: «Το κοινό θέλει να βλέπει ανθρώπους καθημερινούς»

Ελένη Κρίτα στα «ΝΕΑ»: «Το κοινό θέλει να βλέπει ανθρώπους καθημερινούς»
54

- Advertisement -

Κάποιες παρουσίες στην τηλεόραση έχουν κάτι από τη θαλπωρή μιας παλιάς γνώριμης φυσιογνωμίας. Η Ελένη Κρίτα είναι μία από αυτές. Με μια αξιόλογη διαδρομή τόσο στο θέατρο όσο και την τηλεόραση, η ηθοποιός επιστρέφει φέτος στη μικρή οθόνη μέσα από τη «Νταντά της γειτονιάς», τη νέα κωμική σειρά που έρχεται από τον Οκτώβριο στο Mega.

Πρόκειται για μια δουλειά σε σκηνοθεσία Διονύση Φερεντίνου και σενάριο Λαμπρινής Σκρέκα και Ζωής Κοϊβάρη που φέρνει κοντά διαφορετικούς ανθρώπους και μέσα από το χιούμορ, μιλάει για τις σχέσεις, την καθημερινότητα, τη μοναξιά και τις απρόβλεπτες πλευρές της ζωής.

Η ιστορία της θ’ αρχίσει να εκτυλίσσεται όταν από ένα γραφειοκρατικό λάθος, ένας συνταξιούχος δάσκαλος και χήρος, θα επιλεγεί από ένα κρατικό πρόγραμμα να εργαστεί ως «Νταντά της γειτονιάς» σε μια οικογένεια, όπου μία νεαρή γυναίκα πασχίζει να μεγαλώσει μόνη τα δύο παιδιά της. Σε αυτό το σύμπαν θα βρεθεί και η Ελένη Κρίτα, η οποία μίλησε στο «Νσυν».

Εσείς ποιο ρόλο υποδύεστε στη σειρά;

Εγώ είμαι η Γεωργία, μια πολύ καθημερινή γυναίκα, δυναμική, συνταξιούχος. Αυτή είναι ο αρχηγός του σπιτιού, όπως γίνεται σε πολλά σπίτια όταν φύγουν τα παιδιά και μείνει μόνο το ζευγάρι. Η γυναίκα παίρνει τα ηνία και προσπαθεί να ξεκουνήσει τον άντρα της που έχει λίγο κατακαθίσει μετά τη σύνταξη και να τον σπρώξει μαζί με τον φίλο του να βγουν έξω από το σπίτι να κάνουν κάποια πράγματα. Ενδιαφέρεται πάρα πολύ γι’ αυτό τον φίλο επειδή κάνουν παρέα πάρα πολλά χρόνια και νιώθει ότι έχει μια υποχρέωση να μην τον αφήσει να μαραζώσει εντελώς. Είναι προσγειωμένη, γήινη, με τρυφερότητα, πολύ καλά αισθήματα αλλά και λίγο παρεμβατική ώστε να θέλει να ελέγχει τους άλλους αν τα κάνουν όλα σωστά, αφού κατά τη γνώμη της εκείνη ξέρει καλύτερα. Γενικά είναι μάλλον συμπαθητικό πρόσωπο. Παρά τα μικροελαττώματά της, καταλαβαίνεις ότι η πρόθεσή της είναι συνήθως καλή.

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για τις οικογενειακές κωμωδίες. Γιατί θεωρείτε ότι αρέσει στον κόσμο αυτό το είδος;

Νομίζω πως πάντα ο τηλεθεατής θέλει να υπάρχουν και κάποιες σειρές με τις οποίες να ταυτίζεται. Να βλέπει στιγμές από την καθημερινότητά του, τις αδυναμίες, τα προβλήματα με τους δικούς του, τα παιδιά του, τον άντρα ή το σύντροφο, τη δουλειά του. Δεν είναι τυχαίο που πάντα υπήρχαν τέτοιου τύπου σειρές, από τον καιρό του Δαλιανίδη κιόλας. Θέλουν να βλέπουν ανθρώπους καθημερινούς, της διπλανής πόρτας με τους οποίους μπορεί να ταυτιστούν και να πουν ότι συμβαίνει και σε εκείνους το ίδιο.

Η σειρά μιλάει για μια οικογένεια που δημιουργείται όχι από συγγένεια αλλά από επιλογή. Για εσάς τι κάνει κάποιον οικογένεια, το αίμα ή η παρουσία του στην ζωή του άλλου;

Νομίζω η αγάπη και η παρουσία. Την οικογένειά μας δεν τη διαλέγουμε συχνά. Μπορεί να μην ταιριάζουμε κιόλας. Αλλά οι άνθρωποι τους οποίους επιλέγουμε και με τους οποίους μας συνδέει καθαρή αγάπη, βοήθεια, φροντίδα, παρουσία, είναι η πραγματική οικογένεια. Αίμα χωρίς παρουσία, αγάπη, στήριξη δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία, ενώ όλα τα άλλα χωρίς το αίμα φτάνουν. Στη σειρά δένονται άνθρωποι που δεν είναι μεν συγγενείς εξ αίματος, αλλά αρχίζει και τους συνδέει το νοιάξιμο του ενός για την ζωή του άλλου, η φροντίδα, η αγάπη, η τρυφερότητα, το να θέλουν να στηρίξουν κάποιους ανθρώπους που δεν είναι αναγκαστικά συγγενείς τους.

Ενα άλλο θέμα που επίσης βάζει πολύ έντονα είναι η μοναξιά.

Βεβαίως. Μιλάει για τη μοναξιά στη μεγάλη ηλικία, που είναι μια πραγματικότητα δύσκολη και θλιβερή. Πέρα από τα προβλήματα της υγείας, είναι βασικό θέμα η μοναξιά. Γιατί οι μεγάλοι άνθρωποι πάρα πολύ συχνά στις μέρες μας καταλήγουν μόνοι τους, αφού χάνουν έναν σύντροφο, η οικογένειά τους απομακρύνεται γιατί μπορεί να ζει αλλού, έχουν τα δικά τους προβλήματα και υποχρεώσεις και πλέον δεν υπάρχει η κοινωνία να στηρίξει, η κοινότητα κι η γειτονιά που υπήρχε κάποτε. Ισως να πρέπει να αρχίσουμε να το δημιουργούμε πάλι κι αυτό το νόημα έχει η «Νταντά της γειτονιάς». Κάποτε υπήρχε το χωριό, η γειτονιά κι έτσι οι άνθρωποι, ακόμα και σε μεγάλες ηλικίες όταν έμεναν μόνοι, είχαν κάποια παρέα, στήριξη θα βγουν, να πουν δυο λόγια με τη γειτόνισσα, να πάνε στο καφενείο με τον γείτονα. Υπήρχε κάποτε η κοινότητα. Τώρα, έχει ατονήσει πολύ στις μέρες μας και στις μεγάλες πόλεις που ζούμε, δεν ξέρουμε ποιος είναι δίπλα μας, δεν βρισκόμαστε, δεν συμμετέχουμε στις ζωές των άλλων και ούτε οι άλλοι στη δική μας. Κλείνουν οι πόρτες κι είναι ο καθένας είναι μόνος του. Ειδικά όταν πια οι φίλοι λιγοστέψουν, η δουλειά δεν υπάρχει και η κοινωνική ζωή έχει μειωθεί.

Με τη συγκεκριμένη σειρά επιστρέφετε στο Mega έπειτα από 20 χρόνια. Η τόσο μεγάλη επιτυχία που έχει κάνει ο ρόλος σας «Στο Παρά Πέντε» είναι τελικά ευλογία ή βάρος;

Είναι πρώτα απ’ όλα ευλογία το γεγονός ότι έζησα μια επιτυχία που λίγοι ηθοποιοί είχαν την ευτυχία να νιώσουν, να γίνονται τόσο αποδεκτοί κι αγαπητοί από τον κόσμο. Είναι σπάνιο και γι’ αυτό ακριβώς είναι ευλογία. Καμιά φορά μπορεί να σου κάνουν προτάσεις που είναι επανάληψη του χαρακτήρα που είχες κάνει ήδη και να τις απορρίπτεις ή να αναγκάζεσαι να παίξεις έναν παρόμοιο ρόλο με μικρές αποκλίσεις προσπαθώντας να τον διαφοροποιήσεις. Γιατί πραγματικά οι σκηνοθέτες, οι σεναριογράφοι, μπορεί να σε βλέπουν πια μόνο γι’ αυτό. Οταν ιδίως δεν έχουν παρακολουθήσει την πορεία σου στο θέατρο και τα διαφορετικά πράγματα που κάνεις, να μην έχουν συνολική εικόνα του ηθοποιού και να μένουν στην επιτυχία. Αυτό είναι που μπορεί να σε περιορίσει. Κατά τα άλλα, θεωρώ είναι ευλογία κι ας με φωνάζουν έπειτα από 20 χρόνια ακόμα Μαριλένα.

Εκτός από τη σειρά, τι άλλο ετοιμάζεται αυτήν την περίοδο;

Εχω δύο παραστάσεις. Παίζω στα «Ασπρα άλογα» του Ιψεν που ανεβαίνει από τις 9 Οκτωβρίου σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη στο θέατρο Μαβίλη. Το είχαμε ανεβάσει για πέντε παραστάσεις στην Κρήτη τον Ιούνιο με τον Νίκο Κωνσταντινίδη και τον Νικήτα Τσακίρογλου κι άλλους έξι ηθοποιούς. Είναι ένα έργο από τα πιο φιλοσοφικά και υπαρξιακά του Ιψεν. Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, θα παίζω επίσης από τις 19 Οκτωβρίου στο θέατρο Μουσούρη, στην κομεντί της Βάσιας Αργέντη «Η μαύρη γαλότσα» με τον Μέμο Μπεγνή και την Αντιγόνη Νάκα.

- Post Down -

Comments are closed.