- Advertisement -

Συνεπιμέλεια παιδιών: Η «ακτινογραφία» του νόμου – Τι προκύπτει από τα πρώτα πέντε χρόνια εφαρµογής

Συνεπιμέλεια παιδιών: Η «ακτινογραφία» του νόμου – Τι προκύπτει από τα πρώτα πέντε χρόνια εφαρµογής
65

- Advertisement -

Πέντε χρόνια ζωής συμπληρώνει ο νόμος για τη «συνεπιμέλεια», που ήρθε να αλλάξει πολλά στο πεδίο του οικογενειακού δικαίου, με πυξίδα το συμφέρον του παιδιού, μετά την απόφαση των γονιών του να τραβήξουν διαφορετικούς δρόμους.

«ΤΑ ΝΕΑ» παρουσιάζουν την ακτινογραφία του νόμου και της εφαρμογής του, όπως αποτυπώνεται στην πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του καθηγητή της Νομικής Σχολής Αθηνών, Γιώργου Α. Γεωργιάδη («Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου»), ο οποίος ήταν και μέλος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, που είχε συστήσει το υπουργείο Δικαιοσύνης ενόψει του νόμου  4800/2021 για τη «συνεπιμέλεια».

Στα θετικά βήματα που έχουν γίνει, όπως προκύπτει από την ίδια τη νομολογία των δικαστηρίων, πιστώνεται ότι η από κοινού άσκηση της επιμέλειας αποτελεί πια τον κανόνα και η αποκλειστική ανάθεση της επιμέλειας στον έναν από τους γονείς συνιστά εξαίρεση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, τόσο ο νόμος όσο και η δικαστηριακή πρακτική, επιφυλάσσουν πλέον ισότιμο γονεϊκό ρόλο και στους δύο γονείς μετά τη διάσπαση της συμβίωσης.

Ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν έτσι από την αρχή, παρά την ψήφιση του νόμου, καθώς τα δύο πρώτα χρόνια της εφαρμογής του παρατηρείτο «καταφανής αμηχανία των δικαστηρίων έναντι του κελεύσματος του νομοθέτη για συνεργασία των γονέων», όπως επισημαίνει ο Γ. Γεωργιάδης.

Η γλώσσα των αριθμών εξάλλου, όπως συνηθίζουμε να λέμε, είναι αδιάψευστος μάρτυρας. Συγκεκριμένα, το 2022 από τις 105 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών, 85 κατέληξαν σε αποκλειστική ανάθεση και οι 20 σε από κοινού άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου.

Ομοίως, το 2023 από τις 121 αποφάσεις, στις 101 το Δικαστήριο διέταξε την αποκλειστική ανάθεση της επιμέλειας στον ένα γονέα και στις 20 τη συνεπιμέλεια. Κατά την ως άνω χρονική περίοδο προκύπτει ότι η συνεπιμέλεια υιοθετείτο σε σχετικά μικρό ποσοστό επί του συνόλου των δικαστικών αποφάσεων, προσεγγίζοντας το 15% με 20%.

Η δικαστηριακή απόκλιση

Η αμηχανία αυτή, κατά τον Γ. Γεωργιάδη, έχει την εξήγησή της, επισημαίνοντας ότι «ήταν απόρροια του προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος, που προϋπέθετε τη συναίνεση και των δύο γονέων, προκειμένου να τους ανατεθεί από κοινού η άσκηση της γονικής μέριμνας». Ο νόμος δηλαδή, θεωρούσε, προϋπόθεση για τη «συνεπιμέλεια» την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των δύο γονέων. Οταν, λοιπόν, τα δικαστήρια διαπίστωναν διαταραγμένες σχέσεις μεταξύ των μερών, στην αρχή αρνούνταν τη συνεπιμέλεια αποκλίνοντας από τον νέο κανόνα.

Σημαντικό ρόλο, πάντως, στην επόμενη μέρα για την εφαρμογή της συνεπιμέλειας στην πράξη, φαίνεται πως διαδραμάτισε και η αποσαφήνιση του νέου πλαισίου που έγινε με απόφαση του Αρείου Πάγου και με εισηγήτρια τη μετέπειτα πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου, Ιωάννα Κλάπα, ξεκαθαρίζοντας ότι «η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, σύμφωνα με το νέο δίκαιο, είναι υποχρεωτική, αφού ισχύει εκ του νόμου και ανεξάρτητα από το εάν τη θέλουν οι γονείς».

Ετσι πια σήμερα, όπως αναφέρει στα «ΝΕΑ» ο καθηγητής Γιώργος Γεωργιάδης, «θα πρέπει να συντρέχουν εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις, προκειμένου το δικαστήριο να αποκλίνει από τον κανόνα της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας. Ειδικότερα θα πρέπει ο ένας από τους δύο γονείς να κριθεί, όχι απλά λιγότερο κατάλληλος, αλλά μάλλον ακατάλληλος (κακοποιητικός, ασθενής ή παντελώς αδιάφορος), ή έστω οι αντικειμενικές συνθήκες να καθιστούν αδύνατη τη συνεργασία, προκειμένου να αποστεί το δικαστήριο από τον κανόνα της συνεπιμέλειας».

Ο ίδιος, έχοντας πλήρη εικόνα από την πρώτη στιγμή που «γεννήθηκε» ο νόμος μέχρι την εφαρμογή του στην πράξη από τα δικαστήρια, αναγνωρίζει το «θετικό πρόσημο» που έχει φέρει στο οικογενειακό δίκαιο, αλλά δεν παραλείπει – όπως και πολλοί δικαστές, άλλωστε – να διατυπώσει τον προβληματισμό του απέναντι στη διαφαινόμενη τάση της δικαστηριακής πρακτικής για συνδυασμό της «συνεπιμέλειας» και με τη χρονικά εναλλασσόμενη διαμονή των παιδιών στις κατοικίες και των δύο γονέων. Το μείζον, όπως συμφωνούν όλοι – νομικοί και δικαστές –   είναι ο δικαστής να εξετάζει προσεκτικά αν ανταποκρίνεται στο συμφέρον του συγκεκριμένου κάθε φορά παιδιού, στην παρούσα φάση της ζωής του, να έχει δύο κέντρα ζωής και αν αυτά πρέπει να είναι ίσης βαρύτητας ή όχι.

Ο Γ. Γεωργιάδης συμπληρώνει μάλιστα πως: «Η εναλλασσόμενη διαμονή απαιτεί κάποιες αντικειμενικές προϋποθέσεις, όπως τοπική εγγύτητα των δύο σπιτιών, ύπαρξη κατάλληλα διαμορφωμένων παιδικών δωματίων.

Πέραν αυτού όμως, υπάρχει και το υποκειμενικό κριτήριο της έμφυτης ανάγκης των παιδιών για τη δυνατότητα δημιουργίας μιας ελάχιστης σταθερότητας και συνέχειας έστω ολίγων ημερών στην καθημερινότητά τους.

Η στέρηση της δυνατότητας αυτής δύναται, σύμφωνα με τους ειδικούς της ψυχικής υγείας, να έχει αρνητική επίδραση στον ψυχισμό των παιδιών και εν τέλει στην ψυχοσωματική τους ανάπτυξη και την ψυχοσυναισθηματική τους ισορροπία».

Αντικειμενική κρίση και ενσυναίσθηση

Ολα αυτά τα δεδομένα, τόσο διαφορετικά για καθεμία από τις υποθέσεις, θα πρέπει ο δικαστής να τα τοποθετεί με ευαισθησία, προσοχή και ενσυναίσθηση στον ζυγό της Θέμιδας, πριν αποφασίσει εκτός από «συνεπιμέλεια» να διατάξει επιπλέον και εναλλασσόμενη κατοικία.

Οπως εξηγεί ο κ. Γεωργιάδης, «η συνεπιμέλεια μπορεί κάλλιστα να ασκηθεί και όταν το παιδί διαμένει μόνιμα με τον έναν από τους δύο γονείς και επισκέπτεται και διανυκτερεύει στο σπίτι του άλλου γονέα, με συχνότητα που οδηγεί στο να περνά, όχι λιγότερο από το 1/3 του χρόνου του με τον άλλο γονέα. Αυτό ήταν το πρότυπο του νομοθέτη, όταν θεσπίστηκε ο ν. 4800/2021, και η εναλλασσόμενη κατοικία (πολλώ μάλλον η ισόχρονη) ήταν η “εξεζητημένη” λύση που ο νομοθέτης δεν θέλησε, ούτε να αποκλείσει αλλά ούτε και να την επιβάλει ως κανόνα γενικής ισχύος».

Σε κάθε περίπτωση, όποια κι αν είναι η απόφαση, με βάση τον νόμο – και σε αυτό το σημείο συμφωνούν όλοι – η δικαστική κρίση για τη ρύθμιση της επιμέλειας και της κατοικίας του παιδιού δεν πρέπει να αποβλέπει σε τίποτα άλλο, παρά στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Υπό αυτό το πρίσμα απαιτείται μεγάλη προσπάθεια εκ μέρους του δικαστή, ώστε να αποστεί από τυχόν προσωπικά του βιώματα και υποκειμενικές παραστάσεις και απόψεις και να προβεί σε αντικειμενική κρίση, ως προς το συμφέρον του συγκεκριμένου παιδιού, με τους συγκεκριμένους γονείς, για το οποίο καλείται να αποφανθεί.

- Post Down -

Comments are closed.