- Advertisement -

Η «Φόνισσα» του Εθνικού και της Λυρικής Σκηνής 

Η «Φόνισσα» του Εθνικού και της Λυρικής Σκηνής 
27

- Advertisement -

Το βράδυ της περασμένης Δευτέρας, στο προαύλιο της Ιεράς Μονής Ευαγγελιστρίας στη Σκιάθο, η «Φόνισσα» επέστρεψε στον τόπο όπου γεννήθηκε η ιστορία της. Μπροστά στον πέτρινο περίβολο του μοναστηριού από τον οποίο η Φραγκογιαννού, η τραγική ηρωίδα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη πέρασε αναζητώντας τη λύτρωση από το σκοτάδι που είχε φωλιάσει μέσα της, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στάθηκε απέναντι στους κατοίκους κι επισκέπτες του νησιού που είχαν γεμίσει ασφυκτικά τον χώρο κι έγινε η ίδια ολόκληρος ο κόσμος του διηγήματος.

Ντυμένη στα μαύρα, με τη φωνή της ν’ ακολουθεί τον ρυθμό που έδινε ο αρχιμουσικός Μάρκελλος Χρυσικόπουλος και οι μουσικοί του συνόλου Ergon Ensemble, έδωσε ζωή στη σκοτεινή διαδρομή της Χαδούλας και των βασικών ηρώων του έργου. Σαν δεύτερος αφηγητής δίπλα της, οι μελωδίες του Γιώργου Κουμεντάκη, πλέκονταν με τον πύρινο λόγο του Παπαδιαμάντη στην καθαρεύουσα, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο μουσικό ψυχογράφημα, όπου η ανθρώπινη αγωνία, η κοινωνική καταπίεση και το ψυχολογικό βάρος των προσώπων του έργου, αποκτούσαν νέα ένταση.

Μετά τη μακρά οπερατική της διαδρομή, η «Φόνισσα» επέστρεψε ξανά στη σκηνή, σε συμπαραγωγή Εθνικής Λυρικής Σκηνής και Εθνικού Θεάτρου, αυτή τη φορά με τη μορφή του μελοδράματος.

Το νέο της ταξίδι ξεκίνησε από τη γενέτειρα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, πριν συνεχιστεί στις 5 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη στο Βασιλικό Θέατρο, στο πλαίσιο των 61ων Δημητρίων και καταλήξει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου από τις 23 έως 25 Οκτωβρίου. Για ένα βράδυ, το νησί όπου ενέπνευσε τον συγγραφέα του έργου, έγινε το φυσικό σκηνικό μιας ιστορίας όπου περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη συγγραφή της, εξακολουθεί να θέτει δύσκολα ερωτήματα για τη θέση της γυναίκας, τη φτώχεια, τα στερεότυπα, την κοινωνική αδικία και τα όρια ανάμεσα στη θεϊκή και την ανθρώπινη δικαιοσύνη.

Μεταμορφώσεις

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η οποία ενσάρκωσε τον ρόλο της Φραγκογιαννούς στη μεγάλη οθόνη, βούτηξε ξανά στο σύμπαν του Παπαδιαμάντη κι αναδύθηκε φορώντας κάθε στιγμή της ερμηνείας της το διαφορετικό προσωπείο των ηρώων τους. Με τη φωνή, το σώμα και τις μεταμορφώσεις της, περνούσε από τον έναν χαρακτήρα στον άλλον, χωρίς να χρειάζεται κάτι περισσότερο από την υποκριτική της δύναμη. Οποτε διάβαζε τα λόγια της χήρας, η ηθοποιός σκοτείνιαζε. Η φωνή της βάθαινε και το πρόσωπό της σκλήραινε. Μόλις περνούσε στους υπόλοιπους χαρακτήρες, άλλαζαν η χροιά και η εκφορά του λόγου της, ακολουθώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε προσώπου, δημιουργώντας την αίσθηση ενός ολόκληρου θιάσου μέσα από ένα σώμα. Στην αφήγηση, ο ρυθμός επιταχυνόταν συχνά, σχεδόν παρασύροντας τις λέξεις, όταν περιέγραφε τις λεπτομέρειες της ιστορίας, μεταφέροντας στο κοινό την ένταση των γεγονότων. Ο λόγος στην καθαρεύουσα, με το ιδιαίτερο γλωσσικό του ιδίωμα, έκανε το αποτέλεσμα ακόμα πιο αυστηρό, δημιουργώντας μια απόσταση που ενίσχυε αντί ν’ αμβλύνει τη φρίκη όσων περιγραφόταν.

Οσο έφτανε στα εγκλήματα της Φραγκογιαννούς, η ερμηνεία της γινόταν ολοένα και πιο σωματική. Ετρεμε, η φωνή της ράγιζε, τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα και σε στιγμές κορύφωσης, οι λέξεις έδιναν τη θέση τους σε κραυγές. Δεν μίλαγε για τα εγκλήματα της ηρωίδας, απλώς αλλά τα περνούσε μέσα από το σώμα και τη φωνή της, μετατρέποντας την αφήγηση σε μια οριακή εμπειρία, όπου η φρίκη, η απόγνωση κι η ενοχή συνυπήρχαν στην αυτοσχέδια σκηνή της παράστασης. Η απόδοσή της ήταν καθηλωτική, κρατούσε αδιάκοπα το βλέμμα και την προσοχή του κοινού, αφήνοντας το να παρακολουθεί σχεδόν χωρίς ανάσα την πορεία της Χαδούλας προς το αναπόφευκτο τέλος.

«Επειδή είχα μελετήσει πάρα πολύ το έργο του Παπαδιαμάντη όταν έκανα την ταινία της Εύας Νάθαινα, και τυχαίνει να είμαι σε μια γενιά που γνώριζε την καθαρεύουσα, η γλώσσα μού ήταν οικεία. Η δυσκολία για μένα σ’ αυτήν την παράσταση δεν ήταν αυτή, αλλά ο συγχρονισμός με τη μουσική και τον μαέστρο μας. Αναπνέαμε μαζί, με το βλέμμα συνεννοούμασταν και με μια απειροελάχιστη κίνηση, έχοντας βέβαια δουλέψει πολύ κι οι δυο μας με την ορχήστρα ώστε να αποδώσουμε αυτό το πολύ δύσκολο έργο. Είχε μια αφηγηματική ροή τρομερά γρήγορη και πάνω στον ρυθμό της μουσικής έπρεπε εγώ να χωρέσω πολύ κείμενο και να γίνει όλη η δραματουργική επεξεργασία στα πιο ήσυχα μέρη, για να βγουν οι ποιότητες του έργου, η αγριότητα των πράξεων αλλά και ο λυρισμός στις περιγραφές των τοπίων ή των συναισθημάτων των ανθρώπων», ανέφερε η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, μιλώντας στους δημοσιογράφους που βρεθήκαμε στη Σκιάθο για την πρεμιέρα της παράστασης.

Κείμενο και μουσική

Η εξαιρετική μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη, ακολουθούσε τον ρυθμό και τις μεταπτώσεις της ηθοποιού, άλλοτε υπογραμμίζοντας την αγωνία κι άλλοτε αναδεικνύοντας την τραγικότητα των στιγμών. Στη διασκευή του ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος αντιμετώπισε το έργο με σεβασμό στην αξία και την ιδιαιτερότητα του παπαδιαμαντικού κειμένου.

Στη δε διεύθυνσή του, φρόντισε να εμπλουτίσει το ηχητικό περιβάλλον με διαφορετικούς φυσικούς τόνους, ενώ οι μελωδίες να μην καλύπτουν τον λόγο, αφήνοντάς του τον απαραίτητο χώρο για ν’ αναπνεύσει. Οι παύσεις ανάμεσα στις μουσικές φράσεις ήταν στιγμές σιωπής, γεμάτες ένταση, δίνοντας χρόνο στις λέξεις να φτάσουν στους θεατές, εντείνοντας τη συναισθηματική φόρτιση.

«Επρεπε να βρω έναν πειστικό τρόπο ν’ αντιστοιχίσω το κείμενο του Παπαδιαμάντη που είχα διαλέξει με τη μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη που δεν είχε γραφτεί για ν’ ανταποκρίνεται σ’ αυτά τα αποσπάσματα. Το έκανα, προσπαθώντας να βρω μοτίβα. Κάθε φορά που υπήρχε ένας φόνος, επέλεγα ένα μοτίβο που θυμίζει τραγούδι παιδικής χορωδίας. Οταν η Φόνισσα έφευγε, ήταν κουρασμένη, ταλαιπωρημένη, αποκοιμιόταν κι έβλεπε οράματα, έβαζα ένα μπάσο στο μοτίβο. Προσπάθησα να λειτουργήσω με μοτίβα όσο πιο αφαιρετικά γινόταν, με εργαλεία τα οποία ήταν όμως από το έργο και τα έδεσε ο Γιάννης Σαμπροβαλάκης που έκανε τη μεταγραφή της παρτιτούρας για 13 όργανα», τόνισε από την πλευρά του ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος.

Η παράσταση πραγματοποιήθηκε σε συνδιοργάνωση με τον Δήμο Σκιάθου, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να παραμείνει ζωντανή η πνευματική κληρονομιά του Παπαδιαμάντη και να συναντάει κάθε φορά με νέες μορφές το κοινό. «Ο Παπαδιαμάντης είναι για μας δικός μας άνθρωπος. Εχουμε ανάγκη, το δικό του έργο να το ανακαλούμε και να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι μέσα από τα μηνύματα που δίνει. Ο Παπαδιαμάντης αγάπησε αυτούς τους τόπους που αναφέρει στο έργο του και τους ύμνησε όπως και τους ανθρώπους τους. Η πιο μεγάλη μας υποχρέωση, ηθική και πραγματική, είναι να τους προστατέψουμε και να τους παραδώσουμε στην επόμενη γενιά», επισήμανε ο δραστήριος δήμαρχος Σκιάθου Θοδωρής Τζούμας.

Info: Στις 5 Οκτωβρίου στο Βασιλικό Θέατρο στη Θεσσαλονίκη και από τις 23 έως τις 25 Οκτωβρίου στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (κτίριο Τσίλλερ) στην Αθήνα

- Post Down -

Comments are closed.