- Advertisement -

F-35 στη Σαουδική Αραβία: Ο κίνδυνος να μάθει η Τουρκία τα «αόρατα» μυστικά του ελληνικού μαχητικού

F-35 στη Σαουδική Αραβία: Ο κίνδυνος να μάθει η Τουρκία τα «αόρατα» μυστικά του ελληνικού μαχητικού
2

- Advertisement -

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενέκρινε την πώληση 48 μαχητικών αεροσκαφών F-35 Lightning II στο Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, έναντι 24,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων, προκαλώντας ισχυρούς τριγμούς στην παγκόσμια διπλωματική σκηνή. Αν και το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας εστιάζεται κυρίως στις ισορροπίες δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, η εξέλιξη αυτή αγγίζει άμεσα και την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας και του Ισραήλ. Για την Αθήνα, η οποία έχει ήδη δρομολογήσει την απόκτηση της δικής της μοίρας F-35 αλλά και για το Τελ Αβίβ, η είσοδος του Ριάντ στο κλαμπ των χρηστών 5ης γενιάς δεν είναι μια απλή εμπορική συμφωνία.

Αποκτά μια σύνθετη γεωπολιτική διάσταση αν συνυπολογιστεί με τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, η οποία συνδέει στρατιωτικά τη Σαουδική Αραβία με την Τουρκία και το Πακιστάν. Η νέα αυτή πραγματικότητα υποχρεώνει την ελληνική και την ισραηλινή διπλωματία να επαναξιολογήσουν τους στρατηγικούς τους σχεδιασμούς.

Η απόκτηση των F-35 από τη Σαουδική Αραβία —μια χώρα που πλέον δεσμεύεται με ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής με την Άγκυρα— δημιουργεί κοινές προκλήσεις, αλλά και διαφοροποιημένες απειλές για την Ελλάδα και το Ισραήλ. Για την Ελλάδα, ο μεγαλύτερος προβληματισμός για το ελληνικό «Πεντάγωνο» είναι ο κίνδυνος τεχνολογικής «διαρροής» στην Άγκυρα, εξαιτίας της ανοιχτής γραμμής εκπαίδευσης που διατηρεί το Ριάντ με την Τουρκία. Η Τουρκία αποκλείστηκε όπως όλα δείχνουν, οριστικά από το πρόγραμμα των F-35 λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400, χάνοντας την ευκαιρία να περάσει στην πέμπτη γενιά μαχητικών.

Μέσω της Συμφωνίας της Μέκκας, όμως, αποκτά ένα έμμεσο αλλά πολύτιμο «παράθυρο» στην τεχνολογία stealth. Οι αεροπορίες της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας συμμετέχουν τακτικά σε σύνθετες ασκήσεις (όπως η Anatolian Eagle). Όταν το Ριάντ εντάξει τα F-35 στο δυναμικό του, η τουρκική αεράμυνα και οι πιλότοι της θα έχουν την ευκαιρία να μελετήσουν το ραντάρ, το ηλεκτρομαγνητικό και το θερμικό ίχνος του F-35 σε πραγματικές συνθήκες. Αυτό θα επιτρέψει στην Άγκυρα να αναπτύξει αντίμετρα, μειώνοντας σημαντικά το πλεονέκτημα του στρατηγικού αιφνιδιασμού που επεδίωκε η Ελλάδα στο θέατρο επιχειρήσεων του Αιγαίου.

Για το Ισραήλ, η εξέλιξη αυτή πλήττει άμεσα το Ποιοτικό Στρατιωτικό Πλεονέκτημα (QME), καθώς ανατρέπει την πάγια στρατηγική του να αποτελεί τη μοναδική δύναμη στη Μέση Ανατολή με πρόσβαση σε μαχητικά 5ης γενιάς. Αν και η Σαουδική Αραβία θεωρείται εχθρός του Ιράν, η αμυντική της συμμαχία με την Τουρκία (μια χώρα με έντονα αντι-ισραηλινή ρητορική) προκαλεί συναγερμό στο Τελ Αβίβ. Το Ισραήλ ανησυχεί ότι η ισορροπία δυνάμεων μεταβάλλεται εις βάρος του και ως αποτέλεσμα, η ισραηλινή κυβέρνηση ήδη διεκδικεί στρατιωτικά αντισταθμίσματα από τις ΗΠΑ. Ζητά την έγκριση προηγμένων οπλικών συστημάτων που η Ουάσινγκτον του είχε αρνηθεί στο παρελθόν, όπως διαστημικά όπλα, συστήματα αναχαίτισης επόμενης γενιάς και εξειδικευμένες βόμβες καταστροφής καταφυγίων (bunker-busters).

Παράλληλα, η εξέλιξη αυτή επιφέρει ένα κοινό πλήγμα στην περιφερειακή διπλωματία, καθώς τόσο η Αθήνα όσο και το Τελ Αβίβ έβλεπαν τη Σαουδική Αραβία ως έναν εν δυνάμει στρατηγικό εταίρο. Η Ελλάδα έχει στείλει πυροβολαρχία Patriot για την προστασία των σαουδαραβικών πετρελαιοπηγών, ενώ το Ισραήλ προσδοκούσε την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων με το Ριάντ μέσω των Συμφωνιών του Αβραάμ. Η Συμφωνία της Μέκκας και η ταυτόχρονη ενίσχυση του Ριάντ με F-35 ανατρέπουν αυτές τις προσδοκίες, αποδεικνύοντας ότι η Σαουδική Αραβία επιλέγει να μην ευθυγραμμιστεί με τον άξονα Ελλάδας-Ισραήλ, αλλά να ισορροπήσει ανάμεσα στις πλευρές, αναβαθμίζοντας κατακόρυφα την Τουρκία.

Απέναντι στον κίνδυνο διαρροής μυστικών, η Ουάσινγκτον εφαρμόζει ένα από τα πιο αυστηρά προγράμματα ελέγχου τελικού χρήστη (End-User Monitoring) στον κόσμο. Βέβαια όπως επισημαίνουν αμερικανικές πηγές, το F-35 δεν είναι απλώς ένα αεροπλάνο, αλλά ένας «ιπτάμενος υπολογιστής» που βρίσκεται σε διαρκή σύνδεση με το κεντρικό αμερικανικό σύστημα πληροφοριών (ODIN/ALIS). Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ επιβάλλουν απαρέγκλιτους όρους που απαγορεύουν σε προσωπικό από χώρες εκτός προγράμματος (όπως η Τουρκία ή το Πακιστάν) να πλησιάσει ή να συντηρήσει τα αεροσκάφη. Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν διαβεβαιώσει το Ισραήλ ότι η σαουδαραβική έκδοση θα είναι υποβαθμισμένη (downgraded) σε σχέση με τα ισραηλινά F-35I “Adir”, στερούμενη τα προηγμένα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου.

Η νέα αυτή γεωπολιτική εξίσωση δεν μειώνει την επιχειρησιακή αξία των ελληνικών F-35, καθώς η Ελλάδα θα διατηρεί την ξεκάθαρη ποιοτική υπεροχή έναντι των τουρκικών F-16 Viper στο άμεσο θέατρο επιχειρήσεων. Ωστόσο, η Αθήνα καλείται να προσαρμόσει την τακτική της ζητώντας ειδικές διασφαλίσεις. Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να λάβει ρητές διαβεβαιώσεις από την Ουάσινγκτον ότι οι συχνότητες και οι τακτικές βιβλιοθήκες των ελληνικών F-35 θα παραμείνουν πλήρως στεγανοποιημένες από οποιαδήποτε έμμεση διαρροή μέσω της Σαουδικής Αραβίας. Επιπλέον, επιβάλλεται η περαιτέρω σύσφιξη του άξονα με το Ισραήλ, καθώς το κοινό αίσθημα ανησυχίας για την εξάπλωση των F-35 στη Μέση Ανατολή φέρνει την Αθήνα και το Τελ Αβίβ ακόμη πιο κοντά, ενισχύοντας τη στρατηγική τους συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών και της αμυντικής τεχνολογίας.

Συμπερασματικά, η πώληση των F-35 στη Σαουδική Αραβία υπό το πρίσμα του Συμφώνου της Μέκκας αποτελεί ένα ηχηρό μάθημα γεωπολιτικής πραγματικότητας. Δείχνει ότι στον σύγχρονο κόσμο οι συμμαχίες είναι ρευστές και βασίζονται στο εθνικό συμφέρον. Η Ελλάδα και το Ισραήλ οφείλουν να κινηθούν γρήγορα, έξυπνα και συντονισμένα, ώστε να διασφαλίσουν ότι το τεχνολογικό πλεονέκτημα που αποκτούν θα παραμείνει ακέραιο, απρόσβλητο και προστατευμένο από τις φιλοδοξίες του αναθεωρητικού άξονα της Άγκυρας.

- Post Down -

Comments are closed.