- Advertisement -

Η υπογραφή της αυτοπεποίθησης: Γιατί ο Βαν Γκογκ έβαζε σπάνια το όνομά του στους πίνακές του

Η υπογραφή της αυτοπεποίθησης: Γιατί ο Βαν Γκογκ έβαζε σπάνια το όνομά του στους πίνακές του
3

- Advertisement -

Μια μικρή λέξη, γραμμένη συνήθως με κόκκινο χρώμα σε κάποια γωνία του πίνακα: «Vincent». Ετσι επέλεγε να υπογράφει ο Βίνσεντ βαν Γκογκ. Οχι με το επώνυμο που έμελλε να γίνει ένα από τα διασημότερα στην Ιστορία της Τέχνης, αλλά με το μικρό του όνομα. Ακόμη και αυτό, όμως, εμφανίζεται σπάνια. Από τους 840 γνωστούς πίνακές του, μόνο οι 133 φέρουν την υπογραφή του. Περίπου το 15% της παραγωγής του.

Η απουσία της υπογραφής δεν ήταν τυχαία ούτε αποτελούσε απλώς μια ασυνήθιστη καλλιτεχνική συνήθεια. Η πρώτη συστηματική μελέτη του Μουσείου Βαν Γκογκ στο Αμστερνταμ για τον τρόπο με τον οποίο υπέγραφε τα έργα του συνδέει αυτή την επιλογή με την αυτοεκτίμηση, την ψυχική του κατάσταση και την εξαιρετικά αυστηρή κρίση που ασκούσε στον εαυτό του.

Ο Βαν Γκογκ πίστευε ότι ένας πίνακας άξιζε να φέρει το όνομά του μόνο όταν τον θεωρούσε ολοκληρωμένο ή κατάλληλο να παρουσιαστεί στο κοινό. Πολλά από όσα σήμερα αντιμετωπίζονται ως αριστουργήματα ήταν για εκείνον απλώς «σπουδές». Δοκιμές ενός ανθρώπου που θεωρούσε ότι εξακολουθούσε να μαθαίνει την τέχνη του. Η υπογραφή λειτουργούσε ως έγκριση. Ως μια σπάνια στιγμή κατά την οποία ο δημιουργός συμφιλιωνόταν με αυτό που είχε ζωγραφίσει.

Από την Ολλανδία στο Παρίσι

Η επαγγελματική του διαδρομή διήρκεσε περίπου μία δεκαετία, από το 1880 έως τον θάνατό του το 1890. Τα πρώτα χρόνια στην Ολλανδία υπέγραφε ελάχιστα. Η τεχνική του βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη και ο ίδιος δεν ένιωθε ότι είχε κατακτήσει τη ζωγραφική. Το 1884, αρκετά χρόνια μετά την αφοσίωσή του στην τέχνη, έβαλε για πρώτη φορά το όνομά του σε πίνακα.

Η επιλογή του «Vincent» είχε και πρακτική εξήγηση: το «Van Gogh» ήταν δύσκολο να προφερθεί εκτός Ολλανδίας. Εκρυβε, όμως, και μια πράξη απομάκρυνσης από την οικογένειά του. Σε επιστολή του προς τον αδελφό του Τεό, τον Δεκέμβριο του 1883, έγραφε ότι αισθανόταν διαφορετικός από τους συγγενείς του και ότι, στην πραγματικότητα, δεν θεωρούσε τον εαυτό του «έναν Βαν Γκογκ». Δεν ταυτιζόταν με τις παραδοσιακές αντιλήψεις του οικογενειακού περιβάλλοντος. Υπογράφοντας ως Βίνσεντ, κατασκεύαζε τη δική του ταυτότητα.

Η συχνότητα των υπογραφών αυξήθηκε στο Παρίσι, όπου έζησε από το 1886 έως το 1888. Εκεί ήρθε σε επαφή με άλλους καλλιτέχνες, ανακάλυψε νέες τεχνικές και άρχισε να ελπίζει ότι θα μπορούσε να εκθέσει και να πουλήσει τη δουλειά του. Η ενισχυμένη αυτοπεποίθηση αποτυπώθηκε και στους πίνακες. Το όνομά του εμφανιζόταν συχνότερα, σαν μια δήλωση ότι το έργο ήταν πλέον έτοιμο να αντιμετωπίσει το βλέμμα των άλλων.

Η Αρλ και η κρίση με τον Γκογκέν

Η δημιουργική έξαρση συνεχίστηκε στην Αρλ, στη νότια Γαλλία. Εκεί ζωγράφισε το «Νυχτερινό καφενείο», τα διάσημα «Ηλιοτρόπια» και δεκάδες ακόμη έργα, ονειρευόμενος τη δημιουργία μιας κοινότητας καλλιτεχνών. Το σχέδιο κατέρρευσε μαζί με τη σχέση του με τον Πολ Γκογκέν. Η συνύπαρξή τους υπήρξε εκρηκτική και κατέληξε στη γνωστή κρίση κατά την οποία ο Βαν Γκογκ ακρωτηρίασε μέρος του αυτιού του.

Από εκείνο το σημείο, η ψυχική του κατάσταση επιδεινώθηκε. Μεταφέρθηκε στο Σεν-Ρεμί-ντε-Προβάνς και παρέμεινε περίπου έναν χρόνο σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Παρά τις κρίσεις, εργάστηκε με εκπληκτική ένταση και δημιούργησε 151 πίνακες. Υπέγραψε, ωστόσο, ελάχιστους. Ανάμεσα στα ανυπόγραφα έργα βρισκόταν και η «Εναστρη νύχτα», ένας από τους αναγνωρίσιμους πίνακες του παγκόσμιου πολιτισμού. Ο δημιουργός της δεν αισθάνθηκε την ανάγκη –ή την αυτοπεποίθηση– να τοποθετήσει πάνω της το όνομά του.

Τα τελευταία έργα

Η τελευταία περίοδος της ζωής του ήταν ακόμη πιο δραματική. Τον Μάιο του 1890 εγκαταστάθηκε στην Οβέρ-σιρ-Ουάζ, κοντά στο Παρίσι, ώστε να βρίσκεται υπό την επίβλεψη του γιατρού Πολ Γκασέ. Μέσα σε περίπου 70 ημέρες ζωγράφισε με μανιώδη ρυθμό. Παρ’ όλα αυτά, υπέγραψε μόνο δύο έργα. Ανάμεσά τους ήταν το πορτρέτο της Αντελίν Ραβού, κόρης του ιδιοκτήτη του πανδοχείου όπου διέμενε.

Ο Βαν Γκογκ υπέγραφε συχνότερα πίνακες που προόριζε για δώρα, εκθέσεις ή ανταλλαγές με άλλους ζωγράφους. Το όνομα ήταν ένας τρόπος να δηλώσει υπερηφάνεια ή να σηματοδοτήσει ότι το έργο είχε ολοκληρωθεί. Μερικές φορές, όμως, αποτελούσε μέρος της ίδιας της σύνθεσης. Στη «Μαρίνα κοντά στο Λε Σεντ-Μαρί-ντε-λα-Μερ» έγραψε το «Vincent» με έντονο κόκκινο, επειδή θεωρούσε ότι ο πίνακας χρειαζόταν μια κόκκινη πινελιά ανάμεσα στις πράσινες αποχρώσεις.

Η υπογραφή ως μέρος του πίνακα

Στα «Ηλιοτρόπια» το όνομά του ακολουθεί την καμπύλη του βάζου, άλλοτε κόκκινο και άλλοτε μπλε. Στους «Πατατοφάγους», έργο που ο ίδιος θεωρούσε το πρώτο του αριστούργημα, η υπογραφή ενσωματώνεται στην πλάτη μιας καρέκλας και σήμερα διακρίνεται με δυσκολία. Δεν είναι ξένο σώμα πάνω στον πίνακα. Είναι ζωγραφικό υλικό.

Η σπανιότητα της υπογραφής δυσκολεύει και την πιστοποίηση άγνωστων έργων. Οι ειδικοί του Μουσείου Βαν Γκογκ είναι περισσότερο καχύποπτοι όταν εμφανίζεται ένας πίνακας με το όνομα «Vincent» παρά όταν η υπογραφή απουσιάζει. Η έλλειψή της δεν αποτελεί ένδειξη πλαστότητας. Αντιθέτως, ανταποκρίνεται στην πρακτική ενός καλλιτέχνη που σχεδόν ποτέ δεν ήταν ικανοποιημένος.

Η ειρωνεία της υστεροφημίας

Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι ο Βαν Γκογκ μπορεί να μην εκτιμούσε ιδιαίτερα έργα τα οποία σήμερα θεωρούνται ανεκτίμητα. Εζησε χωρίς εμπορική επιτυχία και χωρίς τη βεβαιότητα ότι είχε δημιουργήσει κάτι που θα άντεχε στον χρόνο. Η υπογραφή που λείπει από τους περισσότερους πίνακές του δεν μειώνει την αυθεντικότητά τους. Αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: τη μόνιμη σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργική ιδιοφυΐα και στην αδυναμία του ίδιου του δημιουργού να την αναγνωρίσει.

- Post Down -

Comments are closed.